2013: Στέκοντας όρθια

>> Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012


Read more...

Το 2012 σε φωτογραφίες

>> Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012




Read more...

James Brown

Read more...

αντοχή

>> Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012


Read more...

Κινηματογραφικό έργο: Στη Φωλιά του Κούκου

>> Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012


Η συγκινητικη ταινια του Milos Forman με εναν ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ Nicholson δικαια συγκεντρωσε τα 4 κυριοτερα Οσκαρ. Βασισμενη στο βιβλιο του Κen Kessey ,ειναι μια ιστορια γεματη θεληση για ζωη,ελευθεριακαι δικαιωμα να ονειρευεσαι.Ο Randle Mc Murphy(Νicholson) αναστατωνει το ψυχιατρειο και προσφερει στους τροφιμους την ευκαιρια να ζησουν εστω και για λιγο τη ζωη που το προσωπικο (με πρωτη και καλυτερη την θαυμασια Louise Fletcher) τους στερει,εχοντας σαν λυση για ολα ψυχοφαρμακα.Ο ατιθασος Νicholson ‘γεμιζει’ με την ενεργεια του την ταινια και η μεταμορφωση του σε φυτο-ο μονος τροπος των ‘αρχων’ να τον φιμωσουν –ειναι μια πραγματικη μαχαιρια στην καρδια.Με μια τεραστια γκαμα συγκινητικων και συγχρονως τρυφερα κωμικων σκηνων (η εκδρομη των τροφιμων,η παρτιδα μπασκετ,ο Νικολσον που με πεισμα προσπαθει να σηκωσει τον ψυκτη) και το ΤΡΟΜΕΡΑ δυνατο και συναισθηματικα φορτισμενο φιναλε κανουν την ταινια να αξιζει οσο λιγεςαλλες το χαρακτηρισμο Αριστουργημα.

Βαθμολογία: 10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars (10/10)





 [...] νομίζω ότι δεν υπάρχει θεατής που μπορεί να βιώσει την άνοδο και την πτώση του McMurphy μέσα στο ψυχιατρικό ίδρυμα όπου βρίσκεται –σχεδόν οικειοθελώς- έγκλειστος, με ψυχραιμία, χωρίς να ταραχθεί, χωρίς η πορεία του ήρωα να τον στιγματίσει. Ή αν υπάρχει, αυτός δεν είμαι εγώ.

Η ταινία βασίστηκε στο πολυσυζητημένο και εξαιρετικά δημοφιλές μυθιστόρημα (με τον ίδιο τίτλο) του Ken Kesey. Ένα μυθιστόρημα που εν πολλοίς βασίστηκε στις εμπειρίες που είχε αποκομίσει ο συγγραφέας του εργαζόμενος σε ένα ανάλογο ψυχιατρικό κατάστημα και που οι χαρακτήρες του βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε υπαρκτούς ασθενείς.

Το λογοτεχνικό κείμενο διασκευάστηκε κατ’ αρχάς για το Broadway (από τον Dale Wasseman) και ανέβηκε για πρώτη φορά το 1963, με πρωταγωνιστή τον Kirk Douglas. Ο ηθοποιός θα επηρεαστεί τόσο από τον ρόλο και το έργο ώστε θα αγοράσει τα δικαιώματά του προκειμένου να φροντίσει για την μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη. Η αρχική του προσπάθεια δεν αποφέρει καρπούς καθώς κανένα στούντιο δεν πείθεται να χρηματοδοτήσει το έργο. Πολλά χρόνια μετά ο Douglas απογοητευμένος και αρκετά μεγάλος πλέον για να ερμηνεύσει τον ρόλο του Mc Murphy στην οθόνη, μεταφέρει τα δικαιώματα του έργου στον γιο του Michael ο οποίος θα καταφέρει να πείσει το Saul Zaentz να αναλάβει, από κοινού πάντοτε με τον Douglas Jr., την παραγωγή της φωλιάς του κούκου.

Την σκηνοθεσία αναλαμβάνει ο Τσέχος Milos Forman, σχεδόν 13 χρόνια μετά τη συνάντησή του με τον Kirk Douglas στην Πράγα και την πρώτη τους κουβέντα γύρω από το ενδεχόμενο της κινηματογραφικής μεταφοράς της φωλιάς του κούκου. Εκείνη η συνάντηση έκλεισε με την υπόσχεση του Douglas να στείλει ταχυδρομικώς το έργο στον νεαρό σκηνοθέτη. 13 περίπου χρόνια μετά και αφού ήδη είχε αναλάβει την σκηνοθεσία του έργου, ο Milos Forman ανακάλυψε ότι αυτό που είχε σταθεί ανάμεσα σ’ αυτόν και το κείμενο της φωλιάς, δεν ήταν η αμέλεια του Douglas αλλά η φοβερή γραφειοκρατική διαδικασία των τελωνείων της Τσεχοσλοβακίας ( ή μήπως και η λογοκρισία?) που δεν επέτρεψε στον σκηνοθέτη να λάβει ποτέ αυτό που του είχε στείλει ο ηθοποιός!

Η ταινία παρακολουθεί την πορεία ενός περιθωριακού, εξυπνάκια και επαναστάτη φυλακισμένου/ασθενή του Randall Patrick McMurphy (Jack Nicholson) ο οποίος εισάγεται σ’ ένα ψυχιατρικό ίδρυμα προκειμένου να αξιολογηθεί η κατάσταση της ψυχικής του υγείας. Μέσα στο ίδρυμα θα συναντήσει ένα σύνολο από αξιομνημόνευτους, περίεργους ασθενείς με τους οποίους μοιράζεται τον θάλαμο και με τους οποίους θα μοιραστεί έντονες εμπειρίες που θα οδηγήσουν σε ένα στενό σύνδεσμο: τον Chief Bromden, ένα Ινδιάνο γίγαντα (Will Sampson στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο) που έχει αποφασίσει να προσποιηθεί τον κωφάλαλο προκειμένου οι μέρες του να περνούν πιο εύκολα, τον TTaber έναν κυνικό, νευρικό και φωνακλά ασθενή (ο Christopher Lloyd στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο), τον Cheswick έναν εντελώς νευρικό και ανασφαλή τύπο (Sydney Lassick) , τον Martini ένα παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ (Danny De Vito), τον Billy Bibbit ένα αξιολύπητο πλάσμα με αυτοκτονικές τάσεις που φοβάται υπερβολικά την μητέρα του (Brad Dourif στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο) και τον Dale Harding, έναν εκνευριστικό τύπο που παραπαίει ψυχολογικά εξ αιτίας της απιστίας της γυναίκας του.

Η σχέση του αρχικά αδιάφορου McMurphy με τους υπόλοιπους ασθενείς αρχίζει να αποκτά βάθος και ουσία καθώς προσπαθεί να τους βγάλει από το τέλμα στο οποίο βρίσκονται εξ αιτίας ενός συστήματος θεραπείας που στόχο δεν είχε την καλυτέρευση αλλά την συντήρησή τους σε μία κατάσταση αποχαύνωσης και φόβου. Η επαναστατική διάθεση του McMurphy θα συναντήσει την αντίσταση ενός προσεκτικά δομημένου κατεστημένου που πρεσβεύει μία νοσοκόμα - τύραννος, μία καθ’ όλα εκφοβιστική φιγούρα, η Nurse Ratched.

Ο Milos Forman αποδείχθηκε ο ιδανικός σκηνοθέτης ( ποιος ιδανικότερος να ασχοληθεί με την καταπιεστική κοινωνία ενός ψυχιατρικού ιδρύματος από έναν νεωτεριστή σκηνοθέτη που προέρχονταν ακριβώς πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα?) για το συγκεκριμένο έργο. Αντισυμβατικός, τολμηρός, προσεγγίζει το αντικείμενό του με ένα εντελώς παράδοξο χιούμορ το οποίο όμως καταφέρνει να ελέγχει τόσο καλά ώστε όχι μόνο να μην ενοχλεί αλλά να λειτουργεί κιόλας υπέρ του δράματος. Ο σκηνοθέτης γυρίζει το φιλμ σε μία αληθινή ψυχιατρική κλινική , το Damasch State Mental Hospital of Salem στο Oregon , συμπεριλαμβάνει στην διανομή αληθινούς ασθενείς σε μικρότερους ρόλους, κυρίως σε ρόλους κομπάρσων (στη σκηνή που ο Mc Murphy οδηγείται με τον Chief και τον Ches για ηλεκτροσόκ, στο διάδρομο που κάθονται και περιμένουν, όλοι οι υπόλοιποι ασθενείς είναι αληθινοί τρόφιμοι του συγκεκριμένου ψυχιατρικού καταστήματος) και ενθαρρύνει τους ηθοποιούς του να ζήσουν κοντά με τους ασθενείς προκειμένου να πετύχουν το δυνατό πιο ρεαλιστικές ερμηνείες. 

 
Ο Forman χρησιμοποιώντας ρεαλιστικές φόρμες αφήγησης, μας διηγείται μία αλληγορία. Το θέμα του δεν είναι οι συνθήκες διαβίωσης ή το αναποτελεσματικό των τρόπων θεραπείας, όχι καθόλου. Το θέμα του είναι η φυλάκιση του ελεύθερου πνεύματος, η καταστρατήγηση της ελεύθερης βούλησης, η ομαδοποίηση, η ισοπέδωση της προσωπικότητας, ίσως ο θρίαμβος του απρόσωπου και ανέκφραστου κατεστημένου επί της λαμπρής προσωπικότητας ? Ο φόβος είναι παρών παντού. Όσοι λοιπόν είχαν βιαστεί, ή σκοπεύουν να το κάνουν, να προσάψουν στο έργο μία απλοϊκή αντιμετώπιση των αρρωστιών της ψυχής και τους πνεύματος που θα επιβεβαιωθεί ενδεχομένως στην σκηνή με το ψάρεμα, θα πρέπει να τονίσω ότι τούτη είναι σαφώς ηθελημένη. Ο Forman δεν θέλει να γυρίσει άλλη μία ταινία που να αφορά τα ψυχιατρικά καταστήματα της δεκαετίας του 60 που με τις απάνθρωπες μεθόδους τους και τα νόμιμα βασανιστήριά τους κατέστρεψαν έναν σεβαστό αριθμό αρρώστων και καμία φορά όχι και τόσο αρρώστων. Ούτε και να αναλωθεί σε αναλύσεις πάνω στην αποτελεσματικότητα των τρόπων θεραπείας ενός σκοτισμένου μυαλού. Η πρόθεση του σκηνοθέτη προκύπτει μέσα από την αντίθεση που παρουσιάζουν οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες (McMurphy- Ratched) ως προς την αντιμετώπιση των ασθενών. Ο McMurphy θεωρεί ότι η θεραπεία της αρρώστιας του είναι ζήτημα της προσωπικής τους επιλογής και της απόκτησης κινήτρων και έμπνευσης για να πορευθούν (αυτό ακριβώς θεωρώ ότι εξυπηρετεί και η σκηνή στην βάρκα όπου ο πρωταγωνιστής συστήνει όλους τους τρόφιμους που έχει πάρει μαζί του ως γιατρούς) σε αντίθεση με την Ratched, η οποία ενστερνίζεται ένα αυστηρό πρόγραμμα θεραπείας που περιλαμβάνει κάθε μέθοδο καταστολής της ελεύθερης σκέψης. Φυσικά ο δημιουργός δεν προτείνει θεραπείες απλώς σχολιάζει μέσα από αυτήν την αντιπαλότητα την τάση μίας κατεστημένης κοινωνίας να χειραγωγεί τους ανθρώπους της και να στέλνει στο πυρ το εξώτερον κάθε ον που φέρει μία ξεχωριστή προσωπικότητα και τον αέρα της αλλαγής. Η σκηνή που αποτελεί ένα συγκλονιστικό σχόλιο για την κομφορμιστική τάση όλων μας, για την τάση να βολευόμαστε σε αυτό που μας επιβάλλουν ακόμη και όταν δεν συμφωνούμε είναι τούτη κατά την οποία οι τρόφιμοι του θαλάμου του McMurphy δηλώνουν ότι βρίσκονται οικειοθελώς στο ίδρυμα και ότι μπορούν να το εγκαταλείψουν όποτε θέλουν, απλά ποτέ δεν το κάνουν. Ο McMurphy βρίσκεται φυλακισμένος στο ίδρυμα και αγωνίζεται για να βρεί μία έξοδο για όλους και αυτοί για τους οποίους φροντίζει, μπορούν, απλά δεν τολμούν ή δεν θέλουν, να το εγκαταλείψουν όποτε το επιθυμούν.

Υπάρχει μία αξεπέραστη σκηνή στην ταινία, μία σκηνή που χαράσσεται βαθιά μέσα μας. Ένα μακρύ γκρο πλαν του McMurphy του οποίου η διάρκεια είναι τόση ώστε να μας κάνει να αισθανθούμε άβολα, να μπούμε στη διαδικασία να κοιτάξουμε πολύ πιο προσεκτικά τον πρωταγωνιστή και να αναρωτηθούμε τι εξυπηρετεί αυτή η επιμονή του φακού στην έκφρασή του. Είναι η σκηνή που κατά την άποψή μου ολοκληρώνεται το κομμάτι της ταινίας που είναι μπολιασμένο με το ιδιότυπο (και με ψήγματα αισιοδοξίας) χιούμορ του δημιουργού (η σκηνή με το ψάρεμα, το νυχτερινό όργιο στον θάλαμο, τα παιχνίδια μπάσκετ), και μπαίνουμε στην τελική ευθεία που θα καταλήξει στην ηθική κυρίως ήττα του πρωταγωνιστή. Ο McMurphy σ’ αυτήν την σκηνή εκφράζει βουβά ένα πλήθος διλημμάτων που τον βασανίζουν (να δραπετεύσει ή όχι, να συμβιβαστεί ή όχι, είναι το τέλος ή όχι) και κυρίως ένα πλήθος συναισθημάτων που τον πνίγουν με κυρίαρχο αυτό της ευθύνης απέναντι στους ανθρώπους των οποίων την αφύπνιση, έστω και μερική, προκάλεσε. Πώς να τους εγκαταλείψει? Η Ratched φαίνεται να θριαμβεύει στο τέλος παρ’ όλο που ο σπόρος που έσπειρε ο Mc Murphy μοιάζει να έχει ριζώσει τουλάχιστον στην συνείδηση του Chief Bromden.

Το έργο είναι γυρισμένα καταπληκτικά χωρίς κραυγαλέα ηθικοπλαστικά μηνύματα, χωρίς εκκωφαντικές κορυφώσεις μα με μία παράθεση ισότιμων συγκλονιστικών στιγμών, τόσο ρεαλιστικών που ειλικρινά ο θεατής ανατριχιάζει.

Ο Milos Forman ήθελε το καστ του να είναι φρέσκο στα κινηματογραφικά δρώμενα. Να μην έχει τυποποιηθεί να είναι ανοιχτό σε όλους τους πειραματισμούς που η φύση του έργου επέτρεπε. Ένα τόσο αντισυμβατικό έργο, τόσο μη αναμενόμενο χρειάζονταν ηθοποιούς με ένα προφίλ εύπλαστο και με υποκριτικές δυνατότητες άνω του μετρίου.

Τον πρωταγωνιστικό ρόλο ανέλαβε ο Jack Nicholson. Δεν υπάρχουν λόγια για την ερμηνεία του μεγάλου ηθοποιού. Δεν υπάρχει τρόπος να μπορέσει να περιγράψει κανείς ακριβώς τι πέτυχε ο Nicholson με αυτήν του την ερμηνεία. Ίσως δεν θα ήμουν εντελώς παράλογη αν έλεγα ότι η ερμηνεία του σήμαινε για την δεκαετία του 70 και το κινηματογραφικό κατεστημένο της εποχής ότι σήμανε η παρουσία του McMurphy στο ψυχιατρικό ίδρυμα της φωλιάς. Εμπλουτίζοντας τον ρόλο του με ένα σωρό αυτοσχεδιασμούς, χρησιμοποιώντας μανιερισμούς που μπορούσε να ανατρέπει σε κάθε επόμενη σκηνή, επικοινωνώντας κάθε στιγμή όλα τα συναισθήματα και τους προβληματισμούς του κατάφερε να ανιχνεύσει σε βάθος την προσωπικότητα του ήρωα που υποδύθηκε και να μας την «αναλύσει» έτσι ώστε να την κατανοήσουμε απολύτως. Ο Nicholson συγκέντρωσε για αυτήν την ερμηνεία μία πλειάδα βραβείων (τα πιο σημαντικά βραβεία ερμηνείας διεθνώς) και είναι βέβαιο ότι άξιζε το καθένα από αυτά και άλλα τόσα: Academy Award, BAFTA Award, Golden Globe, National Board of Review Award, National Society of Film Critics Award, New York Film Critics Circle Award.

Την νοσοκόμα Ratched υποδύθηκε η Louise Fletcher. Η Fletcherείναι εκπληκτική στον ρόλο της ξύλινης, ανέκφραστης και ανελαστικής νοσοκόμας που το highlight της ημέρας της είναι να βασανίζει τους ασθενείς της υποβάλλοντάς τους ενοχλητικές προσωπικές ερωτήσεις που όχι μόνο δεν διαθέτουν θεραπευτικό χαρακτήρα αλλά αντίθετα εξυπηρετούν τις σαδιστικές της ανάγκες. Την ποιότητα των προθέσεών της υπογραμμίζει η παρουσία μίας βουβής νοσοκόμας που την ακολουθεί διαρκώς και της οποίας η απελπισμένη έκφραση είναι το πιο εύγλωττο σχόλιο για τις μεθόδους που ακολουθεί η προϊσταμένη της. Η αναλγησία με την οποία χειρίζεται τις καταστάσεις και το υπεροπτικό ύφος του από θέση νικητή μας προσβάλλουν σε τέτοιο βαθμό που καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας θέλουμε να της επιτεθούμε και να καταλύσουμε οποιαδήποτε τελος πάντων εξουσία πρεσβεύει. Η Fletcher επανακάμπτει με έναν ρόλο που αρνήθηκαν οι Anne Bancroft, Angela Lansbury, Ellen Burstyn και Geraldine Page και που της προσφέρει ένα academy award ερμηνείας πρωταγωνιστικού ρόλου, για έναν ρόλο που μοιάζει μάλλον δεύτερος.

Ο Brad Dourif υποψήφιος για academy award ερμηνείας δεύτερου ρόλου, ερμηνεύει τον αυτοκτονικό Billy ολοκληρωτικά. Χάνεται μέσα στον ρόλο του και αυτό είναι που κάνει τον Billy τόσο ρεαλιστικό και τόσο σπαρακτικό. Η ερμηνεία του δεν έχει μέτρο και είναι από τις σπάνιες φορές (φαντάζομαι κάτι έχει να κάνει με αυτό και ο σκηνοθέτης) που αυτό έχει αποβεί υπέρ του ρόλου και της ταινίας.

Η ταινία είναι η δεύτερη ταινία μετά το It Happened one night του Capra που κατόρθωσε να πάρει όλα τα μεγάλα academy awards (Καλύτερης σκηνοθεσίας, καλύτερης ταινίας, καλύτερου σεναρίου, καλύτερη ανδρικής και καλύτερη γυναικείας ερμηνείας). Στο σύνολο προτάθηκε σε 9 κατηγορίες και μπορώ με βεβαιότητα να υποστηρίξω ότι άνετα μπορούσε να έχει πάρει το academy ward καλύτερης φωτογραφίας (Haskell Wexler και Bill Butler) και αυτό του καλύτερου μοντάζ.

Η ταινία , δεν ξέρω αν είναι ένα κλασσικό, είναι όμως σίγουρα ένα ανατρεπτικό αριστούργημα, μία ρεαλιστική κραυγή απελπισίας που θα είναι επίκαιρη όσα χρόνια και αν περάσουν. Είναι μία ταινία από αυτές που γράφουν ιστορία. Όχι, μάλλον από αυτές που διηγούνται την ιστορία στις επόμενες γενιές προκειμένου να τις αφυπνίσουν, να τις προκαλέσουν, ή ίσως και να τις προστατέψουν ακόμη ακόμη.

Πώς να βαθμολογήσεις κάτι που σε διαπερνά ως ηλεκτρικό ρεύμα? Πως?

ΥΓ. Συγχωρείστε μου την όποια ενδεχομένως φόρτιση έχετε διακρίνει στο κείμενό μου. Είναι ειλικρινά αναπόφευκτη

Αλκηστης Χαρσουλη  




Παρασκευή 16 Ιουνίου 2006

Από όποια πλευρά κι αν εξετάσει κανείς την «αμερικάνικη» περίοδο του Milos Forman, θα την βρει σαφώς πιο προβεβλημένη αλλά τελικά σαφώς υποδεέστερη των τσέχικων μικρών αριστουργημάτων του («Οι έρωτες μιας ξανθιάς», «Φωτιά… πυροσβέστες»). Το «Στη φωλιά του κούκου» δεν αποτελεί εξαίρεση, καθώς χτίζει με μια σειρά ευκολιών το μύθο της ανατρεπτικής κοινωνικής μικρογραφίας. Ο Jack Nicholson σφραγίζει πράγματι με την ερμηνεία του το ρόλο του λούμπεν που παριστάνει τον τρελό και τα βάζει με το σύστημα περίθαλψης, αλλά οι συνολικές αναλογίες («μέσα» και «έξω» κόσμος, «υγιείς» και μη) και οι συμβολισμοί (η χρήση των νέγρων) είναι ρηχοί και δεν πείθουν. Μπορεί πάντως να αντιμετωπιστεί και ως ιστορικό τεκμήριο μιας κινηματογραφικής εποχής που δονήθηκε από αντίστοιχες, υπερτιμημένες κραυγές.

Βαθμολογία: 6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars6/10 Stars (6/10)

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cine Tv)



Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

Υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει δει αυτή την ταινία; Υπάρχει κανείς απ’ όσους την έχουν δει που να μην μαγεύτηκε; Υπάρχει έστω ένας που να έχει να καταλογίσει κάτι σ’ ένα κινηματογραφικό διαμάντι σαν αυτό; Αν ναι, πραγματικά χαίρομαι που δεν είμαι εγώ. Η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ken Kessey. Ένα βιβλίο ιδιαίτερα αγαπητό και δημοφιλές. Ποιο είναι όμως το στοιχείο που το κάνει ξεχωριστό; Ότι ο συγγραφέας δεν στηρίχτηκε στην φαντασία του ώστε να πλάσσει μια εικονική ιστορία. Πρόσωπα και καταστάσεις έχουν πραγματική υπόσταση που ο ίδιος τα έζησε και τα ένιωσε κατά την παραμονή του σε ψυχιατρικό ίδρυμα ως υπάλληλος.

Ο McMurphy είναι ένας ιδιαίτερος άνθρωπος! Βλέποντάς τον απορεί κανείς πως θα μπορούσε να επιβιώσει εσώκλειστος σ’ ένα ψυχιατρικό ίδρυμα. Πως ο εκκεντρικός χαρακτήρας θα μπορούσε ν’ αντέξει στον ίδιο χώρο με ανθρώπους που πάσχουν από πάσης φύσης ψυχικά νοσήματα. Κι όμως... όχι απλά τα καταφέρνει, αλλά δένεται μ’ αυτούς τους ανθρώπους, αισθάνεται πράγματα γι’ αυτούς και σε κάνει να πιστεύεις ότι η ύπαρξη συντροφικότητας δεν προκύπτει απ’ την ομοφωνία των απόψεων, αλλά βγαίνει μέσα απ’ την ψυχή.

Προσπαθώντας να βγάλει τους τροφίμους του ψυχιατρείου απ’ το καβούκι τους, αναπτύσσεται μεταξύ τους ένας δεσμός που είναι δύσκολο να περιγραφεί με λόγια. Γίνεται ένα αναπόσπαστο κι αναγκαίο κομμάτι της καθημερινότητάς του, ένα σύνδεσμος με όλα αυτά που θα ήθελαν να κάνουν αλλά για κάποιο λόγο δεν τα πράττουν. Κι ο ίδιος, μέσα από την επαφή μαζί τους, καταλαβαίνει ότι να στέκεσαι δίπλα σε ανθρώπους που το έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από ‘σένα σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Γιατί δεν διεκδικείς μόνο το δικό σου δικαίωμα στο να θέλεις, αλλά το δικαίωμα των άλλων γύρω σου. Οι ασθενείς μοιάζουν αποχαυνωμένοι και φοβισμένοι. Οι περισσότεροι είναι εσώκλειστοι και δέχονται σωματική και ψυχική βία με δική τους απόφαση απλά γιατί δεν είναι αρκετά δυνατοί να κοιτάξουν και ν’ αντιμετωπίσουν τη ζωή που τους περιμένει έξω απ’ τις πόρτες του ιδρύματος. Αντίθετα μ’ αυτούς που μοιάζουν με πρόβατα επί σφαγής, ο McMurphy είναι ένας επαναστάτης. Όχι απλά γιατί του αρέσει να μπλέκει σε φασαρίες, αλλά γιατί πιστεύει ότι κανένας δεν έχει δικαίωμα να βάζει έναν άνθρωπο σε καλούπι.

Ο Milos Forman χειρίζεται ένα λεπτό ζήτημα με μεγάλο σεβασμό. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει στο να γίνει τολμηρός και να προσεγγίσει το όλο θέμα άλλοτε με σκληρότητα κι άλλοτε χιούμορ. Και θ’ αναρωτιόταν κανείς, πως μπορείς να κάνεις χιούμορ μ’ ένα τέτοιο ζήτημα. Κι όμως! Όλα είναι μέσα στη ζωή κι ο Forman το κάνει με τέτοιο τρόπο που σε καμία περίπτωση δεν προκαλεί, αλλά αντίθετα πολλές φορές ενισχύει το δράμα. Επιπλέον, ο σκηνοθέτης επιλέγει να γυρίσει την ταινία σ’ ένα πραγματικό ψυχιατρικό ίδρυμα και σε κάποιες σκηνές άτομα που μοιάζουν κομπάρσοι δεν είναι ηθοποιοί, αλλά πραγματικοί τρόφιμοι. Αν το ξέρεις αυτό, το συναισθηματικό βάρος που έχεις είναι σαφώς μεγαλύτερο.

Σκοπός του Forman δεν είναι να γυρίσει άλλη μια ταινία που περιστρέφεται γύρω από το άθλιο και σάπιο νοσηλευτικό σύστημα των συγκεκριμένων ιδρυμάτων. Θα ήταν άλλωστε άχρηστο αφού είναι γνωστό το τι ακριβώς συμβαίνει σ’ αυτά. Έτσι, προτιμά να εστιάσει ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς ανθρώπους, σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Αυτόν του McMurphy που υποστηρίζει τη δύναμη της θέλησης, της ομαδοποίησης, την ελευθερία της κάθε προσωπικότητας που κάτι έχει να προσφέρει και μπορεί να βοηθήσει τον εαυτό του πέραν αυτού που επιβάλει ο σωφρονισμός κι αυτόν της νοσοκόμας Ratched, που πιστεύει ότι η αυστηρότητα, η πειθαρχία κι η επιβολή είναι τα μόνα που αξίζουν κι όχι επειδή μπορούν να βοηθήσουν, αλλά επειδή καθορίζουν ποιος έχει το πάνω χέρι. Ο McMurphy πιστεύει πως είναι θέμα προσωπικής επιλογής. Αν επιλέξεις να μην είσαι θύμα δεν θα είσαι. Η Ratched υποστηρίζει ένα πρόγραμμα που το μόνο που κάνει είναι να καταστέλλει την ελεύθερη σκέψη.

Η ταινία δεν αναλώνεται σε ηθικοπλαστικά μηνύματα, ούτε σε αναλύσεις για το κατά πόσο μπορούν οι μέθοδοι των συγκεκριμένων οίκων να επιφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Προτιμά να εστιάσει στους χαρακτήρες και στις προσωπικότητές τους. Ορισμένες σκηνές έχουν ένα νόημα τόσο βαθύ που πραγματικά συγκλονίζουν. Όσοι το έχουν δει ας θυμηθούν τις σκηνές λίγο πριν το τέλος. Η ζωή μερικές φορές είναι πιο τραγική απ’ όσο θα ‘θέλαμε ή απ’ όσο μπορούμε ν’ αντέξουμε. Κι εκεί ερχόμαστε αντιμέτωποι με ηθικά ζητήματα; Τι κάνουμε όταν ηθικά έχουμε ηττηθεί; Το βλέμμα του McMurphy λίγο πριν το τέλος τα λέει όλα! Όσο κι αν το θες, μπορείς να εγκαταλείψεις όλους αυτούς που έστω και σ’ ένα βαθμό βλέπεις ότι κατάφερες του αφυπνίσεις. Ακόμα κι αν μπορείς, η ανάμνηση θα σε κυνηγάει και θα σε βασανίζει ότι θα μπορούσες να είχες κάνει κάτι καλύτερο, κάτι περισσότερο. Και μπορεί να φαίνεται ότι η Ratched νίκησε, αλλά συγκρατήστε στο μυαλό και στα μάτια σας την τελευταία σκηνή. Τόσο τραγική, αλλά ταυτόχρονα τόσο ελπιδοφόρα. Μόνο έτσι ίσως να μπορούσε να έρθει η λύτρωση. Γιατί ότι και να έγινε ο McMurphy άφησε πίσω του το σημάδι του.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο συναντάμε τον Jack Nicholson, ένας ρόλος που του χάρισε επάξια το πρώτο του Oscar. Τον βλέπεις και τον ερωτεύεσαι, η δυναμική κι η ρεαλιστικότητά του σε κάνουν να πιστεύεις πως κανένας δε θα μπορούσε να υποστηρίξει το συγκεκριμένο ρόλο καλύτερα. Ανιχνεύει σε βάθος την προσωπικότητα του ήρωα, δεν αφήνεται σε φτηνούς και υπέρμετρους συναισθηματισμούς και σε αφήνει με όλη του την ψυχή να δεις πραγματικά ποιος είναι ο McMurphy. Aξιο λόγου είναι ότι πέρασε πολλές ώρες σε ψυχιατρικό ίδρυμα, παρατηρώντας και μελετώντας τη συμπεριφορά των τροφίμων (δεν είναι και λίγοι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι μετά απ’ αυτό τον ρόλο του “έστριψε” κάποια βίδα). Απλά εξαιρετικός κι ανυπέρβλητος.

Η Louise Fletcher στο ρόλο της νοσοκόμας Ratched φαντάζει ως η καλύτερη επιλογή κερδίζοντας κι αυτή με τη σειρά της το Oscar την ίδια χρονιά. Ο ρόλος της αποστειρωμένης κι ανέκφραστης νοσοκόμας της πήγαινε γάντι. Με μια ποιότητα που σπανίζει σήμερα καταφέρνει και με το παραπάνω να πείσει στο ρόλο μιας γυναίκας που όχι μόνο δεν βοηθάει τους ασθενείς, αλλά τους υποβάλλει σε ψυχολογικά βασανιστήρια προκειμένου να ικανοποιήσει τον σαδισμό που της γεννάει η εξουσία.Για τους δεύτερους ρόλους δεν θέλω να πω πολλά, καθώς ένα υπέρλαμπρο cast αποδίδει με το παραπάνω σ’ αυτό το δύσκολο έργο. Ο καθένας έχει υιοθετήσει μια προσωπικότητα και ζει μέσα απ’ αυτήν με κάθε ίντσα του κορμιού του. Όλοι είναι εξαιρετικοί αν και τόσο διαφορετικοί.

Για να μην μακρηγορήσω περισσότερο, η ταινία αποτελεί ένα αριστούργημα του κινηματογράφου. Κλασσική χωρίς όμως να χάνει τον επίκαιρο χαρακτήρα της. Κάποια κοινωνικά φαινόμενα άλλωστε δεν εξαλείφονται ποτέ. Πάντα θα υπάρχουν οι εξουσιαστές κι αυτοί που προσπαθούν να τους ανατρέψουν για το κοινό συμφέρον. Μια ταινία που προκαλεί και θ’ αφυπνίσει όλες σας τις αισθήσεις.

Βαθμολογία: 10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars10/10 Stars (10/10)

Γιώτα Παπαδημακοπούλου






 

Read more...

Ξανασκέψου την ζωή...

>> Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012


Read more...

>> Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012


Read more...

2012 International Photography

>> Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Read more...

Όρια & μαλακία...


http://toonsonline.net/news/3649/Greek-Neo-Nazis
 Οι χρυσαυγίτες παρουσιάζουν με περηφάνια στην ιστοσελίδα τους αφιέρωμα του νορβηγικού περιοδικού «Dagbladet» στο κόμμα τους. Το περιοδικό γράφει: «der stadig flere søker til nynazister» (« όλο και περισσότεροι (Έλληνες) στρέφονται προς τους νεοναζί»)
Οι χρυσαυγίτες στην ιστοσελίδα τους μεταφράζουν: «Όλο καιπερισσότεροι Έλληνες πολίτες στρέφονται προς την ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ» .ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΡΥΣΑΥΓΙΤΕΣ, Η ΝΟΡΒΗΓΙΚΗ ΛΕΞΗ “NYNAZISTER” («ΝΕΟΝΑΖΙΣΤΕΣ») ΜΕΤΑΦΡΑΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ «ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ». Για όποιον/όποιαν θέλει να το επιβεβαιώσει: εδώ είναι το νορβηγικό άρθρο: http://www.dagbladet.no και εδώ η χρυσαυγίτικη «μετάφραση»: http://www.xryshaygh.com/



http://ksipnistere.blogspot.com

Read more...

"Ο ΤΕΙΧΟΣ" έρχεται στην Αθήνα

>> Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012







Ο Roger Waters και το THE WALL στην Αθήνα (31/7/13)

Ο Roger Waters πραγματοποιεί τη μεγαλειώδη του επιστροφή στην Ευρώπη για το 2013 με το οπτικοακουστικό του αριστούργημα –THE WALL.
Roger Waters, συνιδρυτής και κύριος συνθέτης των PINK FLOYD ανακοινώνει την επιστροφή της μεγαλειώδους παραγωγής του THE WALL στην Ευρώπη το 2013. Το οπτικοακουστικό του αριστούργημα , που περιγράφει την αποξένωση και μετάλλαξη του ατόμου , θα αναπαραχθεί στην ολότητα του με την βοήθεια της πλήρης μπάντας του και μιας εξέχουσας παραγωγής.
Το The Wall αποτελεί μια από τις πιο επιτυχημένες περιοδείες στην ιστορία της rock μουσικής με 192 παραστάσεις και 3.3 εκατομμύρια θεατές σε όλο τον κόσμο.

Η περιοδεία του 2013 θα πραγματοποιηθεί σε 25 μεγαλοπρεπή στάδια όπως το Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας, το Wembley του Λονδίνου, το Stade de France στο Παρίσι, το Ολυμπιακό Στάδιο της Ρώμης, το Αmsterdam Arena και το Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου.


Για περισσότερες πληροφορίες παρακαλούμε επισκεφτείτε την ιστοσελίδα www.RogerWaters.com.

Ο Roger Waters έχει επανασχεδιάσει και επεκτείνει την παραγωγή του The Wall σύμφωνα με τα δεδομένα των μεγάλων αυτών συναυλιακών χώρων ώστε όλοι οι θεατές να ζήσουν την μοναδική αυτή εμπειρία στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

Ο Roger Waters δηλώνει: “Είμαι εξαιρετικά ενθουσιασμένος που επιστρέφουμε με το The Wall στην Ευρώπη. Έχω επανασχεδιάσει το show ειδικά για μεγάλους συναυλιακούς χώρους. Το αποτέλεσμα είναι πραγματικά πολύ καλό. Ακόμη πιο εντυπωσιακό, συγκινητικό και δραματικό από ποτέ. Η συγκεκριμένη παραγωγή δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί 40 χρόνια πριν. Δε θα μπορούσαμε να επιτύχουμε ικανοποιητικά την συναισθηματική, μουσική και θεατρική απόδοση του έργου. Με τη βοήθεια όμως της σύγχρονης τεχνολογίας αυτό είναι πλέον εφικτό.”

To 2010 o Roger Waters με τη βοήθεια των σύγχρονων τεχνολογικών επιτευγμάτων και των ειδικών εφέ, επαναπροσδιόρισε την σκηνική παρουσίαση του The Wall, η οποία επιβραβεύθηκε με αμέτρητες sold out εμφανίσεις σε όλο τον κόσμο, μεταξύ των οποίων και οι 9 συνεχόμενες sold out εμφανίσεις στο στάδιο River Plate του Μπουένος Αίρες στην Αργεντινή. Το The Wall αποτελεί ένα από τα πιο επιδραστικά άλμπουμ στην ιστορία της μουσικής με εμφανές αντίκτυπο στην pop κουλτούρα και με απήχηση σε πολλές γενιές φίλων της μουσικής.

Πριν από το 2010, το μέγεθος του show αποτελούσε απαγορευτικό παράγοντα για την δυνατότητα περιοδείας του. Σήμερα όμως οι περιορισμοί αυτοί έχουν εξαλειφθεί.
Ο Roger Waters έδωσε νεα πνοή στην εμφάνιση και στο συναίσθημα του έργου ώστε να εναρμονίζεται με τα σημερινά δεδομένα αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί την αυθεντική θεατρική του μαγεία.

Η πρωτότυπη παρουσίαση του The Wall πραγματοποιήθηκε το 1980 μέσα από 29 εμφανίσεις στα πλαίσια της περιοδείας για την προώθηση του ομώνυμου δίσκου καθώς επίσης και στο Βερολίνο για τον εορτασμό της πτώσης του Τείχους.
Η προπώληση των εισιτηρίων για την συναυλία της Αθήνας θα ξεκινήσει την Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012.

 http://www.oneman.gr/Publi/o-roger-waters-kai-to-the-wall-sthn-athhna-31-7-13.2056325.html





Read more...

  © Blogger template Simple n' Sweet by Ourblogtemplates.com 2009

Back to TOP