Αρχέγονος χριστιανισμός και φυσικό περιβάλλον

>> Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Περίληψη
Η εργασία αυτή αναφέρεται στη μετάβαση του Αρχέγονου Χριστιανι- σμού (50-100 μ.Χ.) από το «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής» της Παλαιάς Διαθήκης, στο «τη γαρ ματαιότητι η κτίσις υπετάγη, ουχ εκούσα αλλά δια τον υποτάξαντα...η κτίσις ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς εις την ελευθερίαν της δόξης του Θεού» της Καινής Διαθήκης.


Λέξεις κλειδιά: Αρχέγονος Χριστιανισμός, φυσικό περιβάλλον, κτισιο- λογία
Το ζητούμενο αυτής της εργασίας είναι η σχέση του Αρχέγονου Χρι- στιανισμού, δηλαδή των Χριστιανικών Εκκλησιαστικών Κοινοτήτων της δεύτερης πεντηκονταετίας του 1ου μ.Χ. αιώνα, με το φυσικό περιβάλλον.


Για να φτάσουμε στο ζητούμενο έπρεπε απαραίτητα να περάσουμε από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Διότι ο Απόστολος Παύλος είναι ε- κείνος που ανέλαβε το κύριο βάρος της μεταβιβάσεως του Χριστιανισμού, από τον Ιουδαϊκό στον Ελληνικό κόσμο.
Μετά την περίφημη Αποστολική Σύνοδο (48/49 μ.Χ.) και κατά τη δεκα- ετία 50-60 μ.Χ., συνετελέσθη το μεγάλο βήμα στην πορεία του Χριστιανι- σμού προς τον Ελληνισμό. Αναρίθμητοι απόστολοι, πολλοί από τους οποί- ους παραμένουν άγνωστοι, δραστηριοποιήθηκαν με πίστη και θυσίες για να μεταφέρουν τον Χριστιανισμό από τα Ιεροσόλυμα σε ολόκληρο τον χώρο της Μεσογείου. 


Από το πλήθος αυτό των γνωστών και αγνώστων δραστή- ριων Χριστιανών, ξεχωρίζει ο Απόστολος των Εθνών Παύλος. Ο συγγραφέ- ας του βιβλίου της Καινής Διαθήκης «Πράξεις των Αποστόλων», Έλληνας στην καρδιά και στη σκέψη βλέπει στο πρόσωπο του Αποστόλου Παύλου το σύμβολο της εξάπλωσης του Χριστιανισμού στον Ελληνικό κόσμο.

 Πρώτον, διότι εκείνος προκάλεσε τη λύση του προβλήματος των προϋποθέσεων της ένταξης των ανθρώπων στον Χριστιανισμό. Δεύτερον, διότι μόχθησε, όσο κανείς άλλος στον ελληνικό χώρο, είτε για να ιδρύσει, είτε για να στερεώσει Εκκλησίες. Ο μόχθος του συνοψίζεται τόσο στις περίφημες «αποστολικές περιοδείες» του, όσο και στις «14 επιστολές» του, οι οποίες έχουν συμπερι- ληφθεί στον «Κανόνα» της Αγίας Γραφής και αποτελούν πηγή πίστης για τους απανταχού της γης Χριστιανούς. 

Στην Ορθόδοξη Εκκλησίας περικοπές από τις επιστολές αυτές διαβάζονται στη Θεία Λατρεία καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, επηρεάζοντας το ήθος των Χριστιανών. Βέβαια, η εποχή μας δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν εποχή με ευδιάκριτη τη σφραγίδα της επίδρασης του Αποστόλου Παύλου στη σκέψη και στη ζωή των ανθρώπων.

 Όμως η Θεολογία του, επηρέασε και επηρεάζει τον Δυτικό Πολιτισμό στον βαθμό που τον επηρέασε ο Χριστιανισμός. Με απλά λόγια, αν στα θεμέλια του Δυ- τικού Πολιτισμού ευρίσκεται μαζί με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και το ρωμαϊκό δίκαιο, ο Χριστιανισμός1, τότε ευρίσκεται και η Θεολογική σκέψη του Αποστόλου Παύλου, ως κύριου εκφραστή του Αρχέγονου Χριστιανι- σμού. Κατ’ ακολουθία, η συμβολή της Παύλειας Θεολογίας στη διαμόρφω- ση του ήθους και της ηθικής του Δυτικού ανθρώπου είναι μεγάλη. Τόσο με- γάλη μάλιστα, ώστε πολλοί ν’ αποτολμήσουν την υπερβολική θεωρία πως ο Παύλος κι όχι ο Χριστός είναι ο θεμελιωτής του Χριστιανισμού και κατά λογική ακολουθία του ήθους και της χριστιανικής ηθικής επί τη βάσει των οποίων διαμορφώθηκε και η σχέση των Χριστιανών με το φυσικό περιβάλ-λον.

Για το θέμα μας «Αρχέγονος Χριστιανισμός και φυσικό περιβάλλον», ιδιαίτερη σημασία έχουν οι στίχοι 18-23 του 8ου κεφαλαίου της σπουδαιότε- ρης επιστολής του Αποστόλου Παύλου, την προς Ρωμαίους (εγράφη στην Κόρινθο το 58 μ.Χ.). Οι στίχοι αυτοί έχουν ως εξής: «Λογίζομαι γάρ ότι ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυ- φθήναι εις ημάς.19 η γάρ αποκαραδοκία της κτίσεως την αποκάλυψιν των 
μετοχή της Χριστιανικής πίστεως στην οικοδόμηση της Ευρώπης», περιοδικό ΕΚ-
Αναστασίου, Αρχιεπισκόπου Τιράνων και Πάσης Αλβανίας, «Ηδιαχρονική ΚΛΗΣΙΑ5, Μάιος 2003, Αθήνα, σελ. 351.


Μια τέτοια σύλληψη της σχέσης του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον, έρχεται σε αντίθεση με τη γνωστή άποψη την καταγεγραμμένη στο βι- βλίο «Γένεση» της Αγίας Γραφής, η οποία εξαγγέλλεται ως εντολή του Θε- ού: «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυριεύ- σατε αυτής» (Γεν. 1.28). Η παράλληλη τοποθέτηση των δύο κειμένων μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο αντίθετα ρεύμα- τα θεολογικής-κοσμολογικής σκέψης, τα οποία συγκρούονται μέχρι σήμερα. Στο ερώτημα, ποιο από τα δύο επικρατεί και κατ’ ακολουθίαν επηρεάζει την οικολογική συμπεριφορά του Δυτικού Ανθρώπου, η απάντηση είναι: το δεύ- τερο, το «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε και πληρώσατε την γην και κατακυ- ριεύσατε αυτής», με έμφαση στο «... κατακυριεύσατε...». 


Προ πολλού ο δυτικός άνθρωπος μετέτρεψε τον εαυτό του σε υποκείμενο και το φυσικό περιβάλλον σε αντικείμενο προς κατάκτηση2. Από ιδεολογική ηθική άποψη αυτό το «... κατακυριεύσατε της γης...» είχε δύο συνέπειες:

Πρώτη ήταν ότι συνέβαλε στην αξιολόγηση του ανθρώπου ως κέντρου της φύσης, με βάση το πνεύμα του και ειδικότερα τον ορθό λόγο. Δεύτερη συνέπεια ήταν ότι η Αγία Γραφή κατ’ αυτόν τον τρόπο, κατέστη θεμελιωτι- κή της κυριαρχικής θέσης του ανθρώπου απέναντι στις υπόλοιπες ζωικές και υλικές υποστάσεις και τα φυσικά φαινόμενα και της φαντασίωσής του, ότι αυτός, ως υποκείμενο, μπορεί απεριόριστα να χρησιμοποιεί το φυσικό περι- βάλλον ως αντικείμενο προς ίδιον όφελος.

Η σημερινή κρίση στη σχέση φυσικού περιβάλλοντος και μεταμοντέρ- νου ανθρώπου (η οποία σημειωτέον αντικατοπτρίζεται στην υπάρχουσα κρίση των δύο φύλων, με τρόπο σκληρό αλλά αποκαλυπτικό), έφερε ανα- γκαστικά τη χριστιανική θεολογία σε θέση αυτοκριτικής, διότι και αυτή εξυπηρέτησε ακούσια την εσφαλμένη θεώρηση του φυσικού περιβάλλοντος, μέσω ενός ανθρωποκεντρικού ιδεαλισμού. 


Ειδικότερα, η αυτοκριτική (α) για παρερμηνείες της Αγίας Γραφής, (β) για λανθασμένες θεολογικές σχέ- σεις και (γ) για λανθασμένες εφαρμογές της Χριστιανικής ηθικής, οδήγησε εν Πνεύματι Αγίω, στην θεοφιλή ανάμνηση των κοσμολογικών απόψεων του Αρχέγονου Χριστιανισμού, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί συνοπτικώς στο θεμελιώδες προαναφερθέν κείμενο του Αποστόλου Παύλου (Ρωμ. 8, 18,23). 

Γράφει περί αυτού ο Νικόλαος Νησιώτης: «εδώ δεν υπάρχει κανένας ρομαντισμός και κανένας ιδεαλισμός. Με νηφαλιότητα περιγράφεται το μεγα- λείο της κτίσης, που ακολουθεί ή – καλύτερα – συνάπτεται με το δράμα της ι- στορίας, της πτώσης και της σωτηρίας της, του πάθους, του πόνου, του φυσι- κού και πνευματικού κακού, της φθοράς και του θανάτου, και ταυτόχρονα της ελπίδας σε νέα ζωή, που ανακαινίζεται, όπως κι εκείνη (η ζωή) των τέκνων του Θεού. Πραγματικά αυτή είναι η καταξίωση της φύσης ως κτίσης»3.
Γ ́
Τι σημαίνει όμως ο όρος «κτίσις»: Ο Αρχέγονος Χριστιανισμός κατέ- βαλε μια τιτάνια προσπάθεια να συνεννοηθεί με τον πνευματικά κυριαρχού- ντα τότε Ελληνισμό. Στην προσπάθειά του αυτή πέρασε από την «κοσμολο- γία» στην «κτισιολογία», παρουσιάζοντας τη διαλεκτική κτιστού-ακτίστου, προς αντιμετώπιση του ερωτήματος περί της σχέσης μεταξύ Θεού και κό- σμου. Απέφυγε ο Αρχέγονος Χριστιανισμός να κάνει λόγο περί δημιουργίας, φύσης ή ύλης, διότι οι όροι αυτοί φορτισμένοι με μυθολογικά, φιλοσοφικά, αστρολογικά και θρησκευτικά στοιχεία, δεν συμφωνούσαν με τη Χριστιανι- κή πίστη. Αντί γι’ αυτούς τους όρους χρησιμοποίησε τον όρο «κτίσις» με το εξής περιεχόμενο: Η κτίση προϋποθέτει μία πράξη του Θεού που έφερε στην ύπαρξη κάτι άλλο, κάτι εκτός του εαυτού Του, κάποιο «κτίσμα» που βρίσκε- ται όχι «μέσα Του» αλλά απέναντί Του. 


Κατ’ ακολουθία, το σχήμα «κτιστό- άκτιστο» καθιστά μια απόλυτη διαλεκτική σχέση. Ο κόσμος αυτός (το φυσι- κό περιβάλλον) υπάρχει, αλλά θα μπορούσε απόλυτα και να μην υπήρχε. Θα το έλεγε αυτό άραγε ο αρχαίος Έλληνας; Ο Χριστιανός του 1ου μ.Χ. αιώνα το πιστεύει και το λέει. Ο Θεός «εξ ουκ όντων τα πάντα παρήγαγε». Το φυ- σικό περιβάλλον οφείλεται σε πράξη του Θεού οντολογική, δηλαδή συστα- τική μιας άλλης ύπαρξης, [όχι] αισθητική, δηλαδή μορφοποιητική μιας ύλη που προϋπάρχει. 

Μια τέτοια πίστη προϋποθέτει και συνεπάγεται την αποδο- χή του φυσικού περιβάλλοντος ως δώρου αγάπης-ελευθερίας. Το στοιχείο αυτό ενέχει τεράστια σημασία διότι, εφόσον το φυσικό περιβάλλον είναι «κτιστό», δηλαδή δεν είναι αιώνιο, αλλά ριζικά, στην απόλυτη οντολογική έννοια, ξεκίνησε από το «μηδέν», σημαίνει ότι θα μπορούσε και να μην υ- πήρχε. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη του φυσικού περιβάλλο- ντος είναι προϊόν και δώρο αγάπης-ελευθερίας. 

Αλλά το να δέχεσαι ότι η ύπαρξη του φυσικού περιβάλλοντος είναι δώρο αγάπης-ελευθερίας, κάνει την καρδιά σου να πλημμυρίζει από ευγνωμοσύνη. Έτσι, η συνείδηση του φυσικού περιβάλλοντος ως όντος, γίνεται ευχαριστιακή, στην πιο βαθιά έν- νοια του όρου. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν υπάρχουν αρχαίες χριστιανικές λειτουργίες, που να μην περιλαμβάνουν πριν από όλα ευχαριστία για το γε- γονός ότι υπάρχει φυσικό περιβάλλον.

Επίσης, είναι αξιομνημόνευτο ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία η ημέρα αρχίζει με τον υπ’ αριθμόν 103 ψαλμό, ο οποίος ευλογεί τον Θεό για την ύπαρξη του φυσικού περιβάλλοντος και κορυφώνεται στο περίφημο «ως ε- μεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε πάντα εν σοφία εποίησας».

Ωστόσο την πίστη ότι ο κόσμος (το φυσικό περιβάλλον) είναι «κτίση» και προήλθε εκ του μη όντος, με την απόλυτη έννοια, δεν την ακολουθεί μό- νο η αποδοχή της κτίσης ως δώρου ελευθερίας και αγάπης. Την ακολουθεί και η συνειδητοποίηση ότι όλη η κτίση τελεί υπό την απειλή της φθοράς και του θανάτου. Το «πάσα η κτίσις συνωδίνει και συστενάζει» σημαίνει πως το κατ’ εξοχήν πρόβλημα του ανθρώπου, το πρόβλημα δηλαδή της φθοράς και του θανάτου του, είναι και το κατ’ εξοχήν πρόβλημα του φυσικού περιβάλ- λοντος:


 Ο κόσμος (το φυσικό περιβάλλον) δεν υπήρχε, υπάρχει με δημιουρ- γική πράξη του Θεού, αλλά και ανά πάσα στιγμή μπορεί να πάψει να υπάρ- χει, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον άνθρωπο. Ο φόβος που κατείχε τον ελ- ληνισμό μήπως και ο κόσμος υποστρέψει στο «Χάος», κατείχε και τον αρχέ- γονο Χριστιανισμό. 

Επομένως, ανέκυπτε το ερώτημα: πώς θα λυτρωθεί ο κόσμος (η κτίση) από την φθορά και τον θάνατο; Ποια είναι η δύναμη που θα συγκροτεί και θα συγκρατεί τον κόσμο σε αρμονία πάνω από φθορά και θάνατο;

Στο καίριο αυτό ερώτημα έδιναν τότε απάντηση ο Ιουδαϊσμός, ο Ελλη- νισμός και ο Αρχέγονος Χριστιανισμός. Ο Ιουδαϊσμός ήλπιζε σε μία ευτυχή έκβαση της ιστορίας. 


Ο Ελληνισμός, δια της φιλοσοφίας επεκαλείτο τον «λόγο». Ο Αρχέγονος Χριστιανισμός έδειχνε τον «Θεόν Λόγον Σαρκωθέ- ντα». Σ’ έναν υπέροχο Χριστολογικό ύμνο, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης τονίζει: «Ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν. 1,14). Για τον Αρ- χέγονο Χριστιανισμό ο Χριστός, ο «Λόγος (ο οποίος) Σάρξ έγένετο» δεν έ- χει σχέση μόνο με τη σωτηρία του ανθρώπου, αλλά και με τη σωτηρία της κτίσης όλης. 

Η ομολογία πίστης στον Ιησού Χριστό τον «σαρκωθέντα δι’ ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν», δεν σημαίνει τίποτε αν δεν ερμηνευθεί υπό το φως των όσων λέει ο Απόστολος Παύλος (ως κύ- ριος εκπρόσωπος του Αρχέγονου Χριστιανισμού), στην Β ́ προς Κορινθίους επιστολή, 5,17: «... ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις· τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονε καινά τα πάντα». Όλα στην «κτίση», δηλαδή τα πάντα, ανα- καινίζονται, λυτρώνονται, εξελίσσονται μετά του ανθρώπου δια του Χρι- στού. Η «κτίση» σ’ αυτή την περίπτωση (το φυσικό περιβάλλον, η ύλη), διαλαμβάνεται ως ζων οργανισμός, που εξελίσσεται και ανανεώνεται μαζί με τον άνθρωπο, δυνάμει του «Λόγου».


Ο Αρχέγονος Χριστιανισμός τοποθετεί το φυσικό περιβάλλον ως κτίση, στο κέντρο του σωτηριολογικού έργου του Χριστού, σε απόλυτη σχέση με τον άνθρωπο – ποτέ τον άνθρωπο άσχετα προς το φυσικό περιβάλλον. Το φυσικό περιβάλλον φέρει τα στίγματα της «πτώσης» του ανθρώπου και συ- μπάσχει βαθιά ως ζων οργανισμός, περιμένοντας τη λύτρωση και τη σωτη- ρία του από τη φθορά και τον θάνατο: «οίδαμεν γάρ ότι πάσα η κτίσις συ- στενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν» (Ρωμ. 8,22). Τα λόγια αυτά υπενθυμί- ζουν τη μητρότητα, τη γυναίκα που κοιλοπονάει για να γεννήσει. Σε μία τέ- τοια κατάσταση αναμενόμενου τοκετού, ευρίσκεται το φυσικό περιβάλλον, περιμένοντας μέσω ωδίνων και οδυνών την απολύτρωσή του. Πρόκειται για τη νίκη όλου του φυσικού περιβάλλοντος εναντίον της φθοράς και του θα- νάτου. 


Νίκη η οποία εκφράζεται με την εικόνα της γέννας, όχι μόνον από τον Απόστολο Παύλο αλλά και από τον ίδιο τον Χριστό. Ο Αρχέγονος Χρι- στιανισμός διέσωσε στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη τα εξής λόγια: «η γυνή όταν τίκτη λύπην έχει, ότι ήλθεν η ώρα αυτής· όταν δε γεννήση το παιδίον, ουκέτι μνημονεύει της θλίψεως δια την χαράν ότι εγεννήθη άνθρωπος εις τον κό- σμον». (Ιωαν. 16,21). Η μεταφορά αυτής της εικόνας στη διδασκαλία της ηθικής δεν ήταν άγνωστη στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Γι’ αυτό και τη χρησιμοποίησε ο ελληνομαθής και συνομιλητής των Στωικών και Επικού- ρειων φιλοσόφων (Πραξ. 17,18) Απόστολος Παύλος, για να εξηγήσει τη σχέση της Χριστιανικής σωτηριολογίας με το φυσικό περιβάλλον, σε μία εποχή, κατά την οποία τα δυαλιστικά σχήματα του Γνωστικισμού (και όχι μόνο) χώριζαν τον αγαθό Θεό από την ύλη, ως έδρα του κακού και το πνεύ- μα από το σώμα. 

Ο Αρχέγονος Χριστιανισμός, εκφραζόμενος μέσω του αποστόλου Παύλου, απέρριψε τον ποικιλόμορφο δυαλισμό και τη διχοτόμηση του ανθρώπου, που δίνει προτεραιότητα στο πνεύμα ή τη διάνοια έναντι του σώματος. Προϋπόθεση για μία τέτοια απόρριψη ήταν αφενός η πίστη στην ενσάρκωση του Λόγου, «ο Λόγος σάρξ εγένετο», αφετέρου στην ανάσταση των νεκρών, η οποία θα είναι ενσώματι.

Είναι φανερό και γίνεται αποδεκτό ότι στους στίχους 18-23 του 8ου κε- φαλαίου της προς Ρωμαίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου, έχουμε των πυρήνα των απόψεων του Αρχέγονου Χριστιανισμού για το φυσικό περι- βάλλον (κτίση). Χωρίς υπερβολή θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχουμε ένα «οικολογικό σύμβολο πίστης» του Χριστιανισμού, ήδη από το 58 μ.Χ. Από αυτό το σύμβολο προκύπτει ότι δεν προστατεύουμε το φυσικό περιβάλλον, επειδή είναι ωραίο και ωφέλιμο ή μόνο γιατί μας ανάγει στον Θεό «το γάρ αόρατα αυτού από κτίσεως κόσμου τοίς ποιήμασι νοούμενα καθοράται» (Ρωμ. 1,19,20) αλλά διότι το φυσικό περιβάλλον, θεωρούμενο ως κτίση, με- τέχει του έργου του Θεού.


 Ειδικότερα, η ύλη έχει μοναδική, ανεπανάληπτη αξία. Και αυτό δεν λέγεται μόνο για τα στοιχεία παροχής ενέργειας ούτε μό- νο ρομαντικά για τα λουλούδια, τη γραφικότητα των τοπίων ή την ομορφιά της φύσης. Λέγεται για την ύλη γενικά, ακόμη και για την κατώτερη (τρόπος του λέγειν) μορφή της, το χώμα, τη λάσπη, τις πέτρες, Επιβάλλεται στο ση- μείο αυτό να τονισθεί ότι, το θετικό αντίκρισμα του φυσικού περιβάλλοντος, ο Αρχέγονος Χριστιανισμός το διοχέτευσε με επιμέλεια στην υμνολογία και στον μυστηριακό συμβολισμό της λατρείας της Ορθόδοξης Εκκλησίας. 

Στην εποχή μας αρκεί να εμβαθύνει κανείς στις ευχές και τους ύμνους της εορτής των Θεοφανείων για να εννοήσει την κεντρική θέση, που έχει το υλικό φυ- σικό περιβάλλον και ο άνθρωπος στο λυτρωτικό έργο του ενσαρκωθέντος Λόγου του Θεού, Χριστού. (Βλέπε το εν χρήσει μηναίο ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ, έκ- δοση Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος).

Βιβλιογραφία

Δίνουμε τη βασικότερη κατ’ επιλογή βιβλιογραφία για τα επιμέρους θέματα που μας απασχόλησαν.

Dodds E.R., Εθνικοί και Χριστιανοί σε μία εποχή αγωνίας, εκδόσεις Αλε- ξάνδρεια, Αθήνα 1995.
Long A.A., Η Ελληνιστική Φιλοσοφία, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέ- ζης, Αθήνα 1997.
Weiss Johannes, Ο αρχέγονος Χριστιανισμός-η ιστορία της περιόδου 30-150 μ.Χ., εκδόσεις Κέντρου Βιβλικών Μελετών «ΑΡΤΟΣ ΖΩΗΣ», Αθήνα. Γιανναρά Χρήστου, Ορθοδοξία και δύση στη Νεώτερη Ελλάδα, εκδόσεις
ΔΟΜΟΣ, Αθήνα 1992.
Γιαννουλάτου Αναστασίου, Αρχιεπισκόπου Τιράνων & Πάσης Αλβανίας,
«Η διαχρονική μετοχή της Χριστιανικής Πίστεως στην οικοδόμηση
της Ευρώπης», Περιοδικό ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Μάιος 2003, Αθήνα. Ζηζιούλα Ιωάννου, Μητροπολίτη Περγάμου, «Ελληνισμός και Χριστιανι- σμός, η συνάντηση των δύο κόσμων», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,
τ. 6ος, Εκδοτική Αθηνών.
Του Ιδίου, «Χριστολογία και Ύπαρξη», περιοδικό ΣΥΝΑΞΗ.
Του Ιδίου, Η κτίση ως ευχαριστία, εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, Αθήνα.
Του Ιδίου, «Από το προσωπείον εις το πρόσωπον», περιοδικό ΕΠΟΠΤΕΙΑ
73/1982.
Ζιάκα Θεόδωρου, Αυτοείδωλον Εγενόμην, εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, Αθήνα.
Του Ιδίου, Ο σύγχρονος μηδενισμός, εκδόσεις ΑΡΜΟΣ, Αθήνα.
Ιωαννίδου Βασιλείου, Ο Απόστολος Παύλος και οι Στωικοί Φιλόσοφοι,
Θεσσαλονίκη 1934.
Μαρίνου Αναστασίου, Επιτίμου Προέδρου του ΣτΕ, «Η συνάντηση Ελληνι-
σμού και Χριστιανισμού, βασικό Στοιχείο για τη δημιουργία της Ευ- ρωπαϊκής Ταυτότητας», περιοδικό ΕΚΚΛΗΣΙΑ, αριθ. 10 /Νοεμ. 2004 /Αθήνα, σελ. 829-834.
Μεταλληνού Γεωργίου, Πρωτοπρεσβυτέρου, Ορθοδοξία και Ελληνικότητα, εκδόσεις Μήνυμα, Αθήνα 1987.
Νησιώτη Νικολάου, «Η φύση ως κτίση», στη συλλογή κειμένων του Από την ύπαρξη στη συνύπαρξη, εκδόσεις ΜΑΪΣΤΡΟΣ, Αθήνα 2004.
Του ιδίου, Προλεγόμενα εις την Θεολογικήν Γνωσιολογίαν, Αθήνα 1965. Παπαϊωάννου Κώστα, Ο άνθρωπος και ο ίσκιος του, εναλλακτικές εκδό-
σεις/Θεωρία 17.
Στεφανίδου Β., Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα. Φαράντου Μέγα, «Φαινόμενα του Δαιμονικού και του Παραλόγου», Περιο-
δικό ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Δεκέμβριος 1994.
ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος. ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ, κατά του Ο ́, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας

Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας, Έκδοση Κέντρου Βιβλικών Μελετών «ΑΡΤΟΣ ΖΩΗΣ», Αθήνα.




http://www.google.gr/url?sa=t&rct=j&q=&esrc=s&source=web&cd=1&ved=0CB0QFjAA&url=http%3A%2F%2Fappliedmaths2.ee.duth.gr%2FTO%2520PHYSIKO%2520PERIVALLON%2520STIN%2520ARCHAIA%2520ELLADA.pdf&ei=KvplUM37BufI0AXH_YFI&usg=AFQjCNHv2DDYCRmHHryA4tL3Fb1d2B_gBA

Δημοσίευση σχολίου

  © Blogger template Simple n' Sweet by Ourblogtemplates.com 2009

Back to TOP