Το Φυσικό Περιβάλλον στην Αρχαία Ελλάδα

>> Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Περίληψη

Οι ανθρώπινες παρεμβάσεις στο περιβάλλον, για να καλύψουν τις μεταβαλλόμενες ανάγκες μας, διαφοροποιήθηκαν και από «ανώδυνες» ανθρώπινες δράσεις, μετατράπηκαν σε μεγάλης κλίμακας επεμβάσεις με καταστροφικές συνέπειες. Στους αρχαίους χρόνους η περιβαλλοντική προστασία ήταν άρ- ρηκτα συνδεδεμένη με τη ιερότητα της φύσης, η οποία αποτελούσε ένα σύ- νολο από μορφές θεϊκής καταγωγής. Έτσι, στην Ελληνική Μυθολογία συνα-ντάμε τις μυθικές Δρυάδες, τις Νύμφες των Δασών, οι οποίες κατοικούσαν μέσα στα δέντρα και η κοπή ενός δέντρου σήμαινε και το θάνατο μιας νύμφης.

Ωστόσο, η σχέση κοινωνίας και περιβάλλοντος μεταβάλλεται ριζικά με την έκρηξη της Βιομηχανικής Επανάστασης. Τα περιβαλλοντικά προβλήμα- τα που αντιμετωπίζουμε σήμερα αποτελούν τα θλιβερά νέα, τα αισιόδοξα όμως μηνύματα είναι ότι μέσα από την εκπαίδευση των πολιτών μπορούμε να έχουμε όλοι μας την δυνατότητα να συμμετέχουμε ενεργά στη λήψη πε- ριβαλλοντικών αποφάσεων, ασκώντας το δικαίωμα μας για επιλογή.

Λέξεις κλειδιά:
Αρχαία Ελλάδα, Δρυάδες, περιβαλλοντική υποβάθμιση

Εισαγωγή
Το περιβάλλον είναι ένα δυναμικό σύστημα, το οποίο εξελίσσεται και προσαρμόζεται συνεχώς στις μεταβαλλόμενες επιδράσεις και αντι- δράσεις μεταξύ των βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων από τους οποί- ους αποτελείται. Η επιβίωση των ζωντανών οργανισμών στηρίζεται στους αβιοτικούς παράγοντες και η ομαλή λειτουργία αυτών συνδέεται άμεσα με τους ζώντες οργανισμούς, εμφανίζοντας ισχυρές σχέσεις αλλη- λεξάρτησης και αλληλοεπιρροής. Οι σχέσεις αλληλεξάρτησης, επεκτεί- νονται και ανάμεσα στους ίδιους του ζώντες οργανισμούς, μιας και κανέ- να από τα ζωντανά είδη δεν μπορεί να επιβιώσει από μόνο του, αφού μέ- σα στην αλυσίδα της ζωής κάθε οργανισμός παίζει ένα καθορισμένο ρόλο (Κουσουρής και Αθανασάκης 1996). Συνεπώς, η αυτόνομη ικανότητα ανάπτυξης των οργανισμών δεν είναι ανεξάρτητη από το περιβάλλον.

Ο άνθρωπος ανήκει, εξαρτάται από το περιβάλλον και παράλληλα επεμβαίνει δραστικά στην διαμόρφωση του. Η ανθρώπινη ζωή χωρίς το περιβάλλον δεν έχει πιθανότητα συνέχειας, αλλά ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι η ποιότητα της ανθρώπινης ζωής καθορίζεται από την ποιότητα του περιβάλλοντος. 

Ο άνθρωπος στην εξελικτική του πορεία για να καλύψει τις καθημερινές του ανάγκες μετέβαλε την δομή του περιβάλλοντος με δραστηριότητες αντιπροσωπευτικές για τους εκάστοτε πολιτισμούς, που εμφάνισε η ανθρώπινη ιστορία. Οι επιπτώσεις των πα- ρεμβάσεων αυτών δεν αποτυπώνονται μόνο στην ποιότητα της ανθρώπι- νης ζωής, αλλά επηρεάζουν και την ποιότητα του περιβάλλοντος. Το τροποποιημένο πλέον περιβάλλον υπονομεύει την πιθανότητα ποιοτικής επιβίωσης των επόμενων γενεών. Το περιβάλλον, η διαδεδομένη σήμερα συντομογραφική περιγραφή όλων των φυσικών διεργασιών, υφίσταται την καθημερινή πίεση από την ανθρώπινη δραστηριότητα (Σκούρτος και Σοφούλης 1995). Οι συνέπειες της πίεσης αυτής ποικίλουν ανάλογα με τη φύση των ανθρώπινων αναγκών. Οι ανθρώπινες παρεμβάσεις στο πε- ριβάλλον, για να καλύψουν τις μεταβαλλόμενες ανάγκες μας, διαφορο- ποιήθηκαν.

Από «ανώδυνες» ανθρώπινες δράσεις, που αφομοιώνονταν μέσα στο περιβάλλον, στο δυναμικό αυτό σύστημα, διατηρώντας πάντα την απαραίτητη ισορροπία μέσα σε αυτό, μετατράπηκαν σε μεγάλης κλί- μακας επεμβάσεις. Οι επεμβάσεις αυτές κατέληξαν να υπερβούν τους φυσικούς νόμους, να διαταράξουν την αρχική ισορροπία, να αλλοιώσουν τις φυσικές διεργασίες και να απειλούν την ίδια την ποιότητα της ανθρώ- πινης ζωής.

ΣΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣΑΝ ΟΙ ΜΥΘΙΚΕΣ ΔΡΥΑΔΕΣ...


Τα περιβαλλοντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα, όπως η πληθυσμιακή αύξηση, η εξάντληση των φυσικών πόρων, η εξαφάνιση των φυτών και των ζώων, η καταστροφή της άγριας ζωής, η διεύρυνση του εισοδηματικού χάσματος μεταξύ των κοινωνικών ομάδων, η ρύπανση εδάφους και νερού και αέρα, αλληλοσυνδέονται και αυξάνουν με ανησυ- χητικούς ρυθμούς. Καθώς ο αριθμός των ανθρώπων και η χρήση φυσι- κών πόρων αυξάνονται δραστικά, υπάρχουν όλο και πιο συγκεκριμένα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι υπάρχει πρόβλημα με την ικανότητα της γης να διατηρήσει στη ζωή τα διάφορα είδη. Συνεχώς εξαφανίζονται δά- ση και υγρότοποι, ενώ οι ερημικές περιοχές αυξάνονται. Το έδαφος, λό- γω της έντονης καλλιέργειας και της καταστροφής των δασών, υποβαθ- μίζεται. Τα ποτάμια και οι λίμνες γεμίζουν ιζήματα με επικίνδυνες ουσί- ες. Πολλοί βοσκότοποι έχουν υπερβοσκηθεί, οι θάλασσες, οι λίμνες και τα ποτάμια υπόκεινται σε υπεραλίευση και οι υπόγειοι υδροφορείς σε υ- περάντληση.

Το νερό, το έδαφος και ο αέρας χρησιμοποιούνται ως αποδέκτες, συχνά τοξικών, ρυπογόνων ουσιών.

Η σύγχρονη εποχή χαρακτηρίζεται από τις σε μεγάλη κλίμακα και σε παγκόσμιο επίπεδο, αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, αποτέλεσμα της έντονης ανθρώπινης δραστηριότητας. Ωστόσο, μελετώντας παλαιό- τερες ιστορικές εποχές, παρατηρούμε ότι οι συνέπειες των ανθρώπινων δράσεων στο περιβάλλον δεν είχαν εξ αρχής αυτή τη μορφή. Η σχέση ανθρώπου και περιβάλλοντος ξεκινά από την παρουσία του ανθρώπου πάνω στη γη, από την περίοδο των προϊστορικών κοινωνιών. Οι αρχαϊκοί εκείνοι άνθρωποι ζούσαν αποκλειστικά από τη συλλογή καρπών και φυ- τών, ενώ οι περιορισμένες παραγωγικές δραστηριότητες τους ήταν από- λυτα ενσωματωμένες μέσα στις φυσικές διεργασίες και ελάχιστες αλλα- γές επέφεραν στο περιβάλλον (Φλογαΐτη 1998). Καθώς αυτές οι κοινωνί- ες άρχισαν σταδιακά να βελτιώνουν τα εργαλεία και τις κυνηγετικές τους τεχνικές, αυξήθηκαν και οι αρνητικές επιδράσεις στο περιβάλλον. Οι προηγμένοι κυνηγοί με τη χρήση φωτιάς μετέτρεπαν δάση σε βοσκότοπους.

Πάλι, όμως, η εκμετάλλευση και η τροποποίηση των φυσικών οι- κοσυστημάτων γίνεται σε μικρή κλίμακα και οι συνέπειες των δράσεων αυτών αφομοιώνονται πλήρως από τα συστήματα αυτά. Το μεγαλύτερο μέρος της καταστροφής μπορούσε εύκολα να αποκατασταθεί από τις φυ- σικές διαδικασίες λόγω του μικρού πληθυσμού και των συχνών μετανα- στεύσεων.

Από τις μυθικές Δρυάδες στη Βιομηχανική Επανάσταση: Ιστορική αναδρομή της περιβαλλοντικής υποβάθμισης


Με τη νεολιθική επανάσταση, το 10.000 π.Χ., ο νομαδικός τρόπος ζωής αντικαταστάθηκε από αγροκαλλιεργητικές κοινωνίες (Emberlin 1996). Κατά την διάρκεια της Αγροτικής Επανάστασης τα νέα εργαλεία και οι τεχνικές επιτρέπουν στον άνθρωπο να εκμεταλλεύεται την φύση προς όφελος του. Οι αυξανόμενοι αριθμοί των νέων κοινωνιών χρειάζο- νταν περισσότερα ζώα για τροφή και εκτέλεση εργασιών, μεγαλύτερες εκτάσεις για καλλιέργεια, αρδευτικά έργα, συσσώρευση αγαθών, σταθε- ρές ιδιοκτησίες γης και αποδυνάμωση άγριων ζώων και φυτών. Οι επι- δράσεις της Αγροτικής Επανάστασης στο περιβάλλον συνοπτικά μπο- ρούν να εστιαστούν σε αποψιλωμένες εκτάσεις, διάβρωση του εδάφους, υπερβόσκηση μεγάλων περιοχών, υποβάθμιση φυσικών πόρων και πα- ρακμή πολλών πολιτισμών στη Μέση Ανατολή, στη Βόρεια Αφρική και στη Μεσόγειο, όπως των Μάγια και της Μεσοποταμίας.

Συγκεκριμένα, τα αγροκτήματα της Βόρειας Αφρικής που τροφοδοτούσαν την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τώρα είναι έρημοι. Στους πολιτισμούς των Τίγρη και Ευ- φράτη, επήλθε κατάρρευση όταν μειώθηκε η παραγωγή εξαιτίας αρδευτι- κών προβλημάτων και ο πολιτισμός των Μάγια παράκμασε λόγω αποψί- λωσης των δασών και διάβρωσης του εδάφους (Miller 1992).

Στις πρωτόγονες και αγροτικές κοινωνίες, ο άνθρωπος δεν θεωρεί αυτονόητο το δικαίωμα του να εκμεταλλεύεται τη φύση. Αντίθετα, θεω- ρεί τη φύση ως κάτι ιερό, γι’ αυτό και κατά κανόνα τη θεοποιεί, και ως εκ τούτου επεμβαίνει στις λειτουργίες της με το ανάλογο δέος, κάτι που αποτυπώνεται τόσο στη θρησκεία και τις αντίστοιχες λατρευτικές εκδη- λώσεις, όσο και στις εθιμικές τελετές της παραγωγής και της οικειοποίη- σης του χώρου. Θυσίες, σπονδές, προληπτικές μαγικές ενέργειες κ.λ.π. αποτελούν τα μέσα με τα οποία προσπαθεί να εξευμενίσει τις δυνάμεις της φύσης και να εξιλεωθεί κατά κάποιον τρόπο και ο ίδιος για το γεγο- νός της εκμετάλλευσης ή και της κακοποίησης των στοιχείων της.

Η φύση δεν είναι απλά ο χώρος άσκησης παραγωγικών δραστηριοτήτων, αλλά ένας τόπος όπου ο άνθρωπος γεννιέται, μεγαλώνει και πεθαίνει, γίνεται στοιχείο της ταυτότητας του και σύμβολο της κοινότητας, μέσα στην ο- ποία δραστηριοποιείται (Νιτσιάκος 1995). Οι οικονομικές δραστηριότη- τες έχουν σχεδόν αποκλειστικά αγροτικό χαρακτήρα και παρά τις περι- βαλλοντικές διαταραχές που σημειώνονται, οι φυσικές διεργασίες παρα- μένουν αδιατάρακτες στο σύνολο τους και ο άνθρωπος εξακολουθεί να συμβιώνει αρμονικά με τη φύση. Ο άνθρωπος χρησιμοποιεί ανώδυνες για το περιβάλλον μορφές ενέργειας, όπως τον άνεμο και τις υδατοπτώσεις (ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις οποίες παρατηρείται μια σημαντική στροφή στις μέρες μας), βιοαποδομήσιμες πρώτες ύλες, όπως πέτρα και ξύλο και ελάχιστα μέταλλα, κυρίως σίδηρο (Φλογαΐτη 1998).

Οι παρα- γωγικές δραστηριότητες ήταν μικρής έντασης και οι επιπτώσεις τους στο περιβάλλον αμελητέες. Έτσι, οι ανθρώπινες κοινωνίες βρίσκονταν από- λυτα εναρμονισμένες με τα φυσικά οικοσυστήματα, χωρίς να εμποδίζουν την λειτουργία και εξέλιξη τους, παρά τις νέες παρεμβατικές δυνατότητες που απέκτησαν πάνω σε αυτά, μέσα από την εισαγωγή νέων τεχνολογι- κών καινοτομιών.


Από τους αρχαίους χρόνους έχουμε περιπτώσεις που οι άνθρωποι εν- διαφέρονταν για το περιβάλλον και φρόντιζαν για αυτό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αναφορά σε κείμενα θεμάτων διαχείρισης απο- βλήτων στην Αρχαία Ελλάδα. Οι Έλληνες έτειναν να φοβούνται και να σέβονται περισσότερο την άγρια φύση, ενώ οι Ρωμαίοι την έβλεπαν πε- ρισσότερο ως αντικείμενο εκμετάλλευσης, για να ικανοποιούν τις ανά- γκες και τα συμφέροντά τους. Ο Θεόφραστος (Περί Φυτών Ιστορία, 5.3.7) γράφει για την εξαφάνιση των δασών στη Κυρήνη. Ο Διονύσιος από την Αλικαρνασσό μας πληροφορεί ότι, ενώ κάποτε ο Αβεντίνος λό- φος στη Ρώμη ήταν καλυμμένος με δέντρα όλων των ειδών, στην εποχή του, όλη η περιοχή ήταν καλυμμένη με κτίρια.

Ο Πλάτωνας (Κριτίας, 111, β-δ) περιγράφει την καταστροφή του δάσους στην Αθήνα. Με λύπη διαπιστώνει ότι στις πλαγιές των γύρω βουνών, ενώ παλιότερα υπήρχαν πυκνά δάση, στις μέρες του φύτρωναν μόνο θάμνοι. Παρατηρεί μάλιστα, ότι «μοναδικό δείγμα της παλιάς άφθονης βλάστησης που υπήρχε κάποτε στην περιοχή, αποτελούν πλέον οι μεγάλοι κορμοί δέντρων που μπορεί να δει κανείς σε ορισμένα κτίρια».

Ο Στράβωνας, επίσης, παραπονείται για την καταστροφή του δάσους στην Πίζα, ενώ διάφοροι άλλοι συγγρα- φείς φαίνονται να συνειδητοποιούν ότι σιγά-σιγά οι πηγές ξυλείας είχαν αρχίσει να εξαντλούνται. Επιπλέον ο Λίβιος και ο Πλίνιος παρατηρούν ότι η καταστροφή των δασών είχε πάρει στην εποχή τους σοβαρές και εκτεταμένες διαστάσεις. Τα δάση θεωρούνταν ιδιοκτησία της Ρωμαϊκής πολιτείας και υπήρχαν διάφοροι νόμοι για την προστασία τους. Ο Αρι- στοτέλης μας πληροφορεί ότι σε μερικές πόλεις τα δάση τα επόπτευαν οι «υλωροί», δασοφύλακες δηλαδή, οι οποίοι είχαν φυλάκια και κάνανε πε- ριπολίες. Ο Θεόφραστος λέει πως οι βασιλιάδες της Κύπρου προστάτευ- αν τα δάση και απαγόρευαν την υλοτόμηση.

Οι Πτολεμαίοι βασιλείς της Ελληνιστικής Αιγύπτου είχαν προωθήσει ένα πολύ μεγάλο πρόγραμμα αναδάσωσης, δημιουργώντας νέα δάση. Ο Πλάτων γράφει ότι, σε ορι- σμένες περιπτώσεις η προστασία των δασών επιβαλλόταν από τους ίδιους τους νόμους, ακόμα και στις ιδιωτικές εκτάσεις. Ο ιδιοκτήτης έπρεπε να πάρει ειδική άδεια, για να κόψει τα δένδρα στη γη του, ενώ σε άλλες πε- ριπτώσεις υποχρεωνόταν να φυτέψει δέντρα. Επίσης υπήρχαν ποινές- πρόστιμα για τους υπαίτιους πυρκαγιών (Βρανοπούλου 2003) .

Ένας πολύ σημαντικός θεσμός ήταν αυτός της ανακήρυξης μεγάλων δασικών εκτάσεων σε ιερά άλση ή προστατευόμενες περιοχές. Το δάσος κοντά στη Λέρνα της Αργολίδας εκτεινόταν σε όλη την βουνοπλαγιά μέ- χρι τη θάλασσα, και ένα άλλο στη Δάφνη είχε περιφέρεια γύρω στα 16 χιλιόμετρα με δέντρα τεραστίων διαστάσεων. Συγκεκριμένα ο Παυσανίας και ο Πλίνιος αναφέρουν πως στις Φάρες (κοντά στη σύγχρονη Καλαμά- τα) τα δέντρα ήταν τόσο μεγάλα, ώστε οι άνθρωποι μπορούσαν να γευ- ματίσουν μέσα στις κουφάλες τους. Οι νόμοι που προστάτευαν αυτά τα ιερά άλση ήταν πάρα πολλοί. Απαγορευόταν κάθε είδους ενέργεια που θα μπορούσε να προκαλέσει περιβαλλοντική αλλαγή στο τοπίο.

Ο Παυσανίας γράφει πως απαγορευόταν, όχι μόνο το κόψιμο των δέντρων, αλλά ακόμα και να μαζέψει και να μεταφέρει κανείς ξύλα ή πεσμένα φύλλα. Το μεγαλύτερο παράπτωμα ήταν να βάλει κανείς φωτιά ή να ρυπαίνει τις πηγές, αδίκημα που επέσυρε φυσικά τις ανάλογες ποινές. Από διαφόρους συγγραφείς (Παυσανίας, Ξενοφών κ.τ.λ.) μαθαίνουμε πως εξίσου σοβαρά παραπτώματα ήταν το κυνήγι και το ψάρεμα μέσα σε προστατευόμενες περιοχές.

Επίσης, οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση στα ιερά άλση, όπως η καλλιέργεια του εδάφους, απαγορευόταν αυστηρά. Τόσο στον Ηρόδοτο και τον Παυσανία, όσο και στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή, η πιθανή οργή των θεών λειτουργούσε αποτρεπτικά, κάνοντας τους ανθρώπους να σέ- βονται τα ιερά δάση (Βρανοπούλου 2003).

Γενικά οι νόμοι διέφεραν από περιοχή σε περιοχή. Στο σύνολό τους όμως οι τοπικοί δικαστικοί νόμοι προστάτευαν τα ιερά δάση από κάθε εί- δους παραβιάσεις και πολλά δάση, όπως μας γράφει ο Παυσανίας, είχαν ιερείς ως φύλακες. Ας σημειωθεί εδώ πως έχει βρεθεί στα δυτικά Ιμαλάια (κοντά στη περιοχή που ζουν οι Καλάς) ελληνική επιγραφή που γράφει «μη θηρεύεις, μη αλιεύεις, μη φονεύεις». Είναι γνωστό πως από τα μέρη αυτά είχε περάσει ο Μ. Αλέξανδρος με τα στρατεύματά του και είναι πι- θανό ότι αυτή η επιγραφή οφείλεται στη μεταλαμπάδευση του ελληνικού πολιτισμού σε αυτά τα μακρινά μέρη από τον μεγάλο στρατηλάτη, ο ο- ποίος αποτελεί εξαίρετο δείγμα οικολογικής συνείδησης στην αρχαιότη- τα, αφού γνωρίζουμε πως είχε απαγορεύσει στους στρατιώτες του, όταν περνούσαν από την Ινδία να σκοτώνουν τις τίγρεις.

Οι ποινές για τους παραβάτες ήταν αυστηρές. Μαστίγωμα για τους δούλους ή τους ξένους και πρόστιμα για τους πολίτες. Εκτός από τις νομικές διατάξεις, εξίσου εκφοβιστικό ρόλο είχαν και οι θρησκευτικές κατάρες ή η θεία Δίκη. Με- ρικοί φιλόσοφοι, όπως ο Πυθαγόρας και ο Εμπεδοκλής, πίστευαν πως τα δένδρα είχαν τη δική τους ψυχή, όπως και οι άνθρωποι. Έτσι θεωρούσαν την κοπή των δένδρων ως ένα είδος φόνου (Βρανοπούλου 2003).

Κατά την Ελληνική Μυθολογία οι Νύμφες ήταν γυναικείες ιδεατές μορφές θεϊκής καταγωγής, νεαρές στην ηλικία, που ζούσαν μέσα στην άγρια φύση, τριγύριζαν στα βουνά, συνοδεύοντας την Άρτεμη. Ήταν κα- τεξοχήν πνεύματα του γλυκού νερού και βρίσκονταν στα ποτάμια, στις πηγές και μέσα στα βουνά από τα οποία πήγαζαν ποτάμια. Συνόδευαν πάντα το νερό, τονίζοντας έτσι τη μεγάλη του σημασία για την ύπαρξη ζωής. Χωρίς αυτό ούτε βλάστηση, ούτε γονιμότητα υπάρχει. Μέσω λοι- πόν της ζωογόνας δύναμης του νερού οι Νύμφες εξαπλώθηκαν στα βουνά και στα δάση και συνδέθηκαν με τη βλάστηση. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο θεωρούνται κόρες του Ωκεανού ή άλλων ποταμών.

Έτσι οι Νύμφες κατέληξαν να είναι τριών ειδών: οι Ναϊάδες, δηλαδή Νύμφες των ποταμών, των πηγών και των κρηνών, οι Ορεστιάδες, που κατοικούσαν στα βουνά όπου υπάρχουν πηγές και οι Δρυάδες ή Αμαδρυ- άδες, δηλαδή Νύμφες των δέντρων και των λιβαδιών και ταυτίζονταν με τις Μελίες. Οι Ναϊάδες κατοικούσαν μέσα σε σπηλιές, που βρίσκονταν κοντά σε νερό ή μέσα σ' αυτό, κάτω από την επιφάνεια των ποταμών. Ζούσαν όσο και οι πηγές, κοντά στις οποίες κατοικούσαν: όταν στέρευαν εκείνες, οι Ναϊάδες έσβηναν. Το ίδιο συνέβαινε με τις Δρυάδες, τις Νύμ- φες των δασών. Τα πεύκα, τα έλατα και οι δρυς άρχιζαν να μεγαλώνουν με το που άρχιζε η ζωή μιας Δρυάδας. Ήταν δέντρα δυνατά και ζούσαν για πολλά χρόνια, ενώ οι θνητοί απαγορευόταν να τα αγγίξουν με τσε- κούρι, μιας και η κοπή του δέντρου σήμαινε το θάνατο της νύμφης.

Η σχέση κοινωνίας και περιβάλλοντος μεταβάλλεται ριζικά από τα μέσα του 1700 και την έκρηξη της Βιομηχανικής Επανάστασης. Η κατα- νάλωση ενέργειας πολλαπλασιάστηκε και μαζί της η δύναμη των ανθρώ- πων να μεταμορφώνουν τη γη, σύμφωνα με τις ανάγκες τους για οικονο- μική ανάπτυξη. Τα σημαντικά πλεονεκτήματα των βιομηχανικών κοινω- νιών, στα πεδία της ιατρικής, υγιεινής και εκπαίδευσης, συνοδεύονται από τα προβλήματα φυσικών πόρων και τα περιβαλλοντικά ζητήματα που μας απασχολούν σήμερα. Ο άνθρωπος απομακρύνεται από την φύση και εμφανίζει κυρίαρχο ρόλο, υποστηρίζοντας την άποψη ότι η εξαντλη- τική διαχείριση της φύσης είναι για το καλό του ανθρώπινου είδους. Με την είσοδο στον 20ο αιώνα και μέσα στα πλαίσια της βιομηχανικής επανάστασης, τα φυσικά συστήματα αντιμετωπίζονται σαν μια ανεξάντλητη πηγή πόρων για την κάλυψη των βιομηχανικών παραγωγικών δραστηριο- τήτων.

Το επικρατέστερο οικονομικό μοντέλο, είχε ως υπέρτατη αξία την ανεμπόδιστη και όλο και μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη σε βάρος του περιβάλλοντος, το οποίο θεωρείται ως κάτι δεδομένο, ανεξάντλητο και ανεπηρέαστο.

Η κατάσταση αυτή εντείνεται μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στις δεκαετίες του 1940-1950, πολλοί επιστήμονες και διανοούμενοι εμ- φανίζουν έντονες ανησυχίες για τα τεράστια περιβαλλοντικά προβλήματα από την ραγδαία οικονομική ανάπτυξη και αύξηση των πληθυσμών της μεταπολεμικής περιόδου. Επίσης, για μια μεγάλη χρονική περίοδο, ιδιαί- τερα μετά το Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο όρος ανάπτυξη χρησιμοποιή- θηκε ως συνώνυμος του όρου μεγέθυνση. Στόχος της αναπτυξιακής προ- σπάθειας για την εποχή αυτή, ήταν η αύξηση του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ), δηλαδή η επίτευξη υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης του παραγόμενου προϊόντος. Για αντίστοιχους λόγους, εξ άλλου, υπήρχε ταύ- τιση και με τους όρους μεγέθυνση και εκβιομηχάνιση, αφού το πιο πρό- σφορο μέσο για τη γρήγορη αύξηση του ΑΕΠ ήταν η άμεση εκβιομηχά- νιση (Π. Ρέππας, αναφορά από Σπιλάνη, 1996).

Το περιβάλλον θεωρείται απλά σαν μια ανεξάντλητη πηγή πρώτων υλών ή ένας ακούραστος απο- δέκτης βιομηχανικών αποβλήτων και η φύση έχει αξία μόνο ως εμπορεύ- σιμο αγαθό (Φλογαΐτη 1998). Η αλματώδης επιστημονική και τεχνολογι- κή ανάπτυξη, που σημειώνονται τότε, δίνουν στον άνθρωπο τη δυνατότη- τα για πιο δυναμικές και μαζικές επεμβάσεις στις λειτουργίες της φύσης. Όλα τα παραπάνω κατέληξαν στη διάσταση μεταξύ ανθρώπου και περι- βάλλοντος και στη δημιουργία πολλών και σημαντικών περιβαλλοντικών προβλημάτων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται η έκθεση των εργαζομέ- νων και ομάδων του πληθυσμού σε εντομοκτόνα και η δημιουργία χωμα- τερών για τοξικές ουσίες. Οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και ποιό- τητα ζωής ήταν άγνωστες, αλλά με έντονη την αίσθηση του πιθανού κιν- δύνου.

Επίλογος
Η κυρίαρχη αντίληψη, που συνέβαλλε στην αλλοίωση και διατάραξη των φυσικών οικοσυστημάτων, είναι ότι ο άνθρωπος βρίσκεται ιεραρχικά σε ανώτερη θέση από τα υπόλοιπα είδη ζωής, τοποθετώντας τα κάτω από την απόλυτη κυριαρχία του και δικαιολογώντας την αλόγιστη εκμετάλλευση τους από τον άνθρωπο. Η ανθρωποκεντρική και αποσπασματική αυτή αντίληψη του κόσμου, που τοποθετεί τον άνθρωπο κυρίαρχο των φυσικών συστημάτων και αγνοεί την αλληλεξάρτηση και τις αλληλεπι- δράσεις που υπάρχουν μεταξύ τους, οδήγησε στην υπερεκμετάλλευση της φύσης και των φυσικών πόρων, που θεωρήθηκαν ως ‘ανεξάντλητα’ καταναλωτικά αγαθά, στην αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος και γενικότερα στη γένεση σοβαρών περιβαλλοντικών προβλημάτων. Η ου- σιαστική λύση, λοιπόν, των περιβαλλοντικών προβλημάτων εντοπίζεται σε μια αλλαγή θέασης, από την ανθρωποκεντρική άποψη αντιμετώπισης του κόσμου, προς μια βιοκεντρική, που βιώνοντας την η ανθρωπότητα θα αναγνωρίζει με ταπεινοφροσύνη ότι είναι ανάγκη να συμπορεύεται με τον πλανήτη του παρά να κυριαρχεί πάνω σε αυτόν (Γεωργόπουλος και Τσαλίκη 1998).

Επομένως, είναι απαραίτητη για τη βιωσιμότητα του πλανήτη, η διάδοση θεμελιωδών γνώσεων, η ριζική αλλαγή εκείνων των κοινωνικών αντιλήψεων, νοοτροπιών, στάσεων και, το σημαντικότερο, των συμπεριφορών που συνέβαλλαν στη δημιουργία της περιβαλλοντικής κρίσης. Η διαμόρφωση τους πρέπει να γίνει με τέτοιο τρόπο έτσι, ώστε να λαμβάνουν πάντοτε υπόψη τον παράγοντα περιβάλλον, όχι σαν κάτι ξέχωρο και απομονωμένο από τον άνθρωπο, αλλά σαν το καθοριστικό στοιχείο για την ανθρώπινη επιβίωση.

Τα θλιβερά νέα αφορούν τα περιβαλλοντικά προβλήματα και τα αίτια τους, τα αισιόδοξα όμως μηνύματα είναι ότι έχουμε την τεχνολογία για να αποφύγομε τις δραστηριότητες που υποβαθμίζουν τον πλανήτη μας και να τις αντικαταστήσουμε με άλλες φιλικές προς το περιβάλλον. Οι συγκρουόμενες απόψεις, σχετικά με το βαθμό επικινδυνότητας των περι- βαλλοντικών θεμάτων και τον χειρισμό τους, είναι αποτέλεσμα της εκ- παίδευσης που έχουμε δεχτεί από τον πολιτισμό μας. Επενδύοντας στην εκπαίδευση των πολιτών, θα έχουμε όλοι μας την δυνατότητα να συμμε- τέχουμε ενεργά στη λήψη περιβαλλοντικών αποφάσεων, ασκώντας το δι- καίωμα μας για επιλογή.

 
Βιβλιογραφία
Βρανοπούλου, Μ. (2003). «Μη Θηρεύεις, Μη Αλιεύεις, Μη Φονεύεις», Ερ- μής, Τεύχος 2, Περίοδος Β, σελ. 52-53.
Γεωργόπουλος, Α., Τσαλίκη, Ε. (1998). Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, Αρχές- Φιλοσοφία, Μεθοδολογία, Παιχνίδια & Ασκήσεις, Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg. 

Emberlin, J. C. (1996). Εισαγωγή στην Οικολογία, Αθήνα: Εκδόσεις Τυπω- θήτω.
Κουσουρής,, Θ. Σ., Αθανασάκης Μ. Α. (1996). Περιβάλλον, Οικολογία, Εκ- παίδευση, Αθήνα: Εκδόσεις Σαββάλα.
Miller Tyller G., Jr. (1992). Living in the Environment, Belmont: Wadsworth Inc.
Νιτσιάκος, Β. (1995). Ανθρωπολογία του Περιβάλλοντος, στο: ΕΠΙΛΕΓ- ΜΕΝΑ ΘΕΜΑΤΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ, Μουσείο Γου- λανδρή Φυσικής Ιστορίας
Σκούρτος, Μ.Σ., Σοφούλης, Κ.Μ. (1995). Η Περιβαλλοντική Πολιτική στην Ελλάδα, Αθήνα: Εκδόσεις Τυπωθήτω.
Σπιλάνης, Γ. (1996). Περιφερειακός Οικονομικός Σχεδιασμός και Περιβάλλον, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Παρατηρητής.
Φλογαΐτη, Ε. (1998). Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.



Επιμέλεια Ευάγγελος Ι. Μανωλάς
Το Φυσικό Περιβάλλον στην Αρχαία Ελλάδα
Έκδοση Τμήματος Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
Επιμέλεια: Ευάγγελος Ι. Μανωλάς
ISBN: 978-960-89345-9-7
Copyright © 2010
Τμήμα Δασολογίας και Διαχείρισης Περιβάλλοντος και Φυσικών Πόρων, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
Εκτύπωση: Χρυσή Εμμανουηλίδου, Μεθόριος Γραφικές Τέχνες Α.Ε., Τέρμα Ιπποκράτους, 68200 Ορεστιάδα
Ημερομηνία Έκδοσης: Νοέμβριος 2010
Για τις απόψεις που εκφράζονται στα κεφάλαια που περιέχονται στην παρούσα έκδοση την αποκλειστική ευθύνη φέρουν οι συγγραφείς.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Κ. Σκαναβή, Μ. Σακελλάρη
Στα Δέντρα Κατοικούσαν οι Μυθικές Δρυάδες...
Σ. Αραβαντινός
Αρχέγονος Χριστιανισμός και Φυσικό Περιβάλλον
Σ. Μοσχονάς
Φύση και Άνθρωπος στη Φιλοσοφία των Στωικών
Ι. Χατζόπουλος
Διαχείριση του Φυσικού Περιβάλλοντος στην Αρχαία Ελλάδα - 29 Γεωργία
Γ. Φωτιάδης, Α. Κυριαζόπουλος, Κ. Βιδάκης, Ε. Μαρκαντωνάκης,
Σ. Μπαλάς 47 Χρήσεις Αυτοφυών Ποωδών Ειδών στην Αρχαία Ελλάδα
Β. Δήμου
Η Εκμετάλλευση της Χλωρίδας στην Αρχαία Ελλάδα
Β. Δρόσος
Η Τεχνολογία στην Αρχαία Ελλάδα
Κ. Κιτικίδου
Το Μετρικό Σύστημα στην Αρχαία Ελλάδα
Ν. Τζώρτζη
Ο Δημόσιος Χώρος στην Αρχαία Ελλάδα
Ε. Μανωλάς, Π. Καρανικόλα, Σ. Ταμπάκης
57 65 77 85 95
Αποδάσωση και Διάβρωση του Εδάφους στην Αρχαία Ελλάδα
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΣΚΑΝΑΒΗ Καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
ΜΑΡΙΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΗ Ερευνήτρια, Πανεπιστήμιο Αιγαίου





Βιβλιογραφία
Ι
. Ελληνόγλωσση

Ζάγκας, Θ. Δ. (2007). Το Φυσικό Περιβάλλον της Ελλάδας από τη Αρχαιό- τητα μέχρι Σήμερα. Ομιλία στο 17ο Ετήσιο Συνέδριο του Ελληνο- Αμερικανικού Εθνικού Συμβουλίου, Δελφοί-Αύγουστος 2006. Διαθέ- σιμο: http://www.saeusa.org/content/view/47/48/ lang,en/ [Ανακτή- θηκε στις 16/9/2010]
Θουκυδίδης, Ιστορία, 4.108 και 6.90
Κωνσταντινίδης, Π. (2010). Σύντομη Ιστορία των Δασικών Πυρκαγιών.

Διαθέσιμο:http://www.omse.gr/wpcontent/istoria_dasikon-
pirkagion.pdf [Ανακτήθηκε στις 20/9/2010]
Ξενοφώντας, Ελληνικά, 1.1.24-25
Παπασταύρου, Α. (2006). Δασική Πολιτική. Τεύχος Α ́. Θεσσαλονίκη: Αρι-

στοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
Πλάτωνας, Νόμοι, 6.764Β
Τριήρης
, (2010). Βικιπαίδεια, Διαθέσιμο: http://el.wikipedia.org/wiki/-

%CE%A4%CF%81%CE%B9%CE%AE%CF%81%CE%B7%CF%82
[Ανακτήθηκε στις 10/9/2010]
Τσουμής, Γ. Θ. (2007). Δάση και Περιβάλλον στην Αρχαία Ελλάδα, Θεσσα-

λονίκη: University Studio Press.
ΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ 103
ΜΑΝΩΛΑΣ Ε., ΚΑΡΑΝΙΚΟΛΑ Π. & ΤΑΜΠΑΚΗΣ Σ.
ΙΙ. Ξενόγλωσση
Braudel, F. (1972). The Mediterranean and the Mediterranean World in the Age of Philip II, translated by Sian Reynolds, New York: Harper and Row.
Chew, S. C. (2001). World Ecological Degradation: Accumulation, Urbani- zation and Deforestation 3000 B.C.-A.D. 2000, Lanham: AltaMira Press.
Forbes, H. (2000). Landscape Exploitation via Pastoralism: Examining the ‘Landsape Degradation’ versus Sustainable Economy Debate in the Post-medieval Southern Argolid. In: Halstead, P., Frederick, C. Eds., Landscape and Land Use in Postglacial Greece, Sheffield: Sheffield Academic Press, pp. 95-109.
Grove, A. T., Rackham, O. (2001). The Nature of Mediterranean Europe. An Ecological History, New Haven: Yale University Press.
Hughes, J. D., Thirgood, J. V. (1982). Deforestation, Erosion, and Forest Management in Ancient Greece and Rome. Journal of Forest History, Vol. 26, No. 2, pp. 60-75.
Hughes, J. D. (1983). How the Ancients Viewed Deforestation. Journal of Field Archaeology, Vol. 10, pp. 435-445.
Meiggs, R. (1982). Trees and Timber in the Ancient Mediterranean World, Oxford: Clarendon Press.
Papanastasis, V. P. (1986). Integrating Goats into Mediterranean Forests. Unasylva, No. 154, pp. 44-52.
Papanastasis, V. P., Arianoutsou, M., Papanastasis, K. (2010). Environ- mental Conservation in Classical Greece. Journal of Biological Re- seach-Thessaloniki, Vol. 14, pp. 123-135.
Rackham, O. (1996). Ecology and Pseudo-ecology: The Example of Ancient Greece. In: Shirley, G., Salmon, J., eds. Human Landscapes in Classi- cal Antiquity. Environment and Culture, London – New York: Routledge, pp. 16-43.
Thirgood, J. V. (1981). Man and the Mediterranean Forest. A History of Re- source Depletion, New York: Academic Press.

 

Δημοσίευση σχολίου

  © Blogger template Simple n' Sweet by Ourblogtemplates.com 2009

Back to TOP