Ο Ρατσισμός και η Βία είναι Δύο Προβλήματα, Όχι Ένα

>> Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Τα θύματα της ρατσιστικής βίας είναι διπλά θύματα. Υποφέρουν από δύο φαινόμενα, τα οποία δεν είναι καθόλου ίδια. Είναι χρήσιμο να τα μελετήσουμε λίγο. 

Ο ρατσισμός είναι το ένα φαινόμενο, και είναι στην ουσία μία έκφανση του φόβου για το άγνωστο. Οι ρατσιστές είναι άνθρωποι που φοβούνται κάτι που δεν γνωρίζουν μόνο και μόνο επειδή δεν το γνωρίζουν. Γι’ αυτό στις κοινωνίες το φαινόμενο συνήθως εμφανίζεται σε ομάδες ανθρώπων πολύ χαμηλής μόρφωσης ή χαμηλής νοημοσύνης*. Δεν είναι όλοι οι ρατσιστές κακοί άνθρωποι, και ασφαλώς δεν είναι όλοι οι ρατσιστές βίαιοι. Αλλά είναι σχεδόν όλοι αμόρφωτοι ή ανόητοι, κι αυτό δεν το εννοώ μόνο με την παραδοσιακή, πανεπιστημιακή έννοια. 

Ο ρατσισμός είναι χαρακτηριστικό του ανθρώπου που δεν γνωρίζει πολύ καλά την ανθρωπότητα. Γι’ αυτό, ας πούμε, οι χειρότεροι ρατσιστές είναι τα παιδιά. 

Υπάρχει ένας μύθος, ότι τα παιδιά είναι αγνά και αθώα, και ισχύει μέχρι ένα σημείο, και μετά παύει. Παύει όταν τα παιδιά φτάνουν στο προαύλιο. Με το που γίνονται το μέρος ενός συνόλου, τα παιδιά γίνονται απάνθρωπα σκληρά, μειώνουν και στιγματίζουν το ένα το άλλο με την πρώτη ευκαιρία και με ένταση που τους ενήλικες τους σοκάρει. Όποιος διαφωνεί μάλλον έχει πολλά χρόνια να βρεθεί σε προαύλιο. 

Τα παιδιά έχουν μια σπάνια δυνατότητα να διακρίνουν τις ιδιαιτερότητες, να τις επισημαίνουν και να τις χρησιμοποιούν. Καθώς τα πάντα γι’ αυτά είναι καινούρια, καθώς δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτα για την ανθρωπότητα, και καθώς οι εγκέφαλοί τους είναι πάρα πολύ μικροί, τα πάντα τα τρομοκρατούν. Ο αυθόρμητος ρατσισμός τους (απέναντι σε παιδάκια που είναι παχουλά, σκούρα, ψηλά, κοντά, διαφορετικά) είναι μια μορφή άμυνας, βέβαια. Και περνάει. Με τη βοήθεια της οικογένειας και υγιών προτύπων, περνάει γρήγορα και ανώδυνα.  

Αν ήθελα να γίνω προκλητικός, τώρα θα έγραφα μια παράγραφο αναλύοντας τη φράση “Οι δεύτεροι χειρότεροι ρατσιστές είναι οι γέροι”. Αλλά δεν θέλω. 

Και νομίζω ότι είναι κατανοητό αυτό που προσπαθώ να γράψω: Η άγνοια είναι προαπαιτούμενο του ρατσισμού. Δεν γίνεται ένας μορφωμένος κοσμοπολίτης, που έχει γνωρίσει και μιλήσει και αφουγκραστεί και διαβάσει να είναι ρατσιστής. Είναι αδύνατον. Ο ρατσισμός είναι πρόβλημα παιδείας και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται και εκεί είναι που πρέπει να αναζητούνται λύσεις. 

Η βία, ωστόσο, είναι άλλο πράγμα. 


Οι άνθρωποι ζούμε σ’ αυτό τον κόσμο περιορισμένοι από το δέρμα μας, και ο καθένας μας έχει έναν χώρο που του αναλογεί ελάχιστα μεγαλύτερο από τα κυβικά εκατοστά του κορμιού του. Αυτό, αν το καλοσκεφτείς, είναι το μόνο πράγμα που μας ανήκει στ’ αληθινά σ’ αυτή τη ζωή. Λίγα κυβικά εκατοστά σάρκας και μια μικρή ζώνη γύρω τους, η έκταση της οποίας εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, πολιτισμικούς κυρίως. 

Το να μπεις σ’ αυτό το μικρό, προσωπικό χώρο του άλλου χωρίς τη θέλησή του είναι μια βάναυση προσβολή στην ανθρώπινη υπόσταση. Αυτό είναι η βία. Δεν είναι μόνο προϊόν φόβου. Δεν είναι αυτονόητη στα ανθρώπινα όντα. Όλα τα παιδιά είναι ρατσιστές σε κάποιο βαθμό, αλλά δεν βιαιοπραγούν όλα. Έρευνες** έχουν δείξει ότι τα παιδιά που βιαιοπραγούν είναι αυτά που ξέρουν τί σημαίνει βία. Που την έχουν δει, και την έχουν νιώσει. Και σπάνια βλέπεις γέρους να βιαιοπραγούν. 


Για να περάσει κάποιος από το ρατσισμό στη ρατσιστική βία θα πρέπει να διασχίσει μια πολύ σημαντική και ευδιάκριτη γραμμή. Πρέπει να έχει τη βία μέσα του. Να έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει βίαια. 

Υπάρχει η άποψη ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε τη δυνατότητα αυτή μέσα μας, εν υπνώσει, και είναι έτοιμη να έρθει στην επιφάνεια στην πρώτη ευκαιρία. Τείνω να το πιστέψω, αν και δεν θα το ήθελα. 

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του ανθρώπινου πολιτισμού είναι το ότι καταφέραμε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να μένει στην από εδώ πλευρά της γραμμής, να την κρατά αυτή τη δυνατότητα εν υπνώσει. Τα παλιά τα χρόνια, όταν οι άνθρωποι ήταν λιγότεροι και πέθαιναν στα σαράντα, ο πολιτισμός ήταν αλλιώτικος, η βία πολύ περισσότερη. 

Γι’ αυτό πιστεύω ότι η ρατσιστική βία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως διαφορετικό πρόβλημα από τη σκέτη βία. Δεν είναι. Ο ρατσισμός είναι πρόβλημα παιδείας, αλλά η βία είναι πρόβλημα ψυχολογίας. Ένας ρατσιστής μπορεί να πάψει να είναι ρατσιστής αν ταξιδέψει, αν γνωρίσει δυο ξένους και μπει στα σπίτια τους και δει πώς ζουν, τις οικογένειές τους, τις συνήθειές τους. Δεν είναι δύσκολο να θεραπευτεί ο ρατσισμός. Δεν είναι βαθιά αρρώστια. Στα περισσότερα παιδιά περνάει από μόνη της. 

Η βία, όμως, είναι πιο πολύπλοκο θέμα. Ένας άνθρωπος που βγαίνει στους δρόμους και κυνηγάει μετανάστες με μαχαίρια και τσεκούρια έχει πολύ πιο σοβαρή αρρώστια, πολύ πιο βαθιά. Αν με κάποιον μαγικό τρόπο κάποτε του περάσει ο ρατσισμός, θα εξακολουθήσει να είναι κάποιος που έχει επιτεθεί με μαχαίρια και τσεκούρια σε άλλους ανθρώπους. Θα έχει περάσει τη γραμμή. Και ο κόσμος είναι γεμάτος με αφορμές.

Αυτός, λοιπόν, είναι ο πυρήνας του προβλήματος. Η ρατσιστική βία δεν διαφέρει από τις άλλες μορφές βίας. Η αφορμή δεν έχει καμία σημασία. Αυτό που πρέπει να πετύχουμε, είναι λιγότεροι άνθρωποι να περνούν τη γραμμή, και πρέπει αυτούς που την έχουν περάσει να τους βρίσκουμε πιο εύκολα, πιο γρήγορα, και να τους απομονώνουμε από τον υπόλοιπο πληθυσμό μέχρι που να μην περνάει κανείς ποτέ τη γραμμή, και να ζούμε όλοι ασφαλείς μέσα στο δέρμα μας, αλλοδαποί και ντόπιοι. 
Είμαστε ακόμα πολύ μακριά από αυτό το στόχο. 

* σχετική έρευνα http://pss.sagepub.com/content/early/2012/01
** χρήσιμη συλλογή από abstracts σχετικών ομιλιών: http://consensus.nih.gov/2004/2004


Δημοσίευση σχολίου

  © Blogger template Simple n' Sweet by Ourblogtemplates.com 2009

Back to TOP