Σύγχρονη επιστήμη και ανοιχτή κοινωνία

>> Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Η επιστημολογία ­ ή φιλοσοφία της επιστήμης ­ αναπτύχθηκε από τη στιγμή που συνειδητοποιήθηκε ότι η ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης επιβάλλει αφενός τη φιλοσοφική εξέταση ορισμένων αφαιρέσεων που χρησιμοποιεί η σύγχρονη επιστήμη όλο και περισσότερο, αφετέρου τον καθορισμό αρχών οροθέτησης της επιστημονικής γνώσης σε σχέση με τη μη επιστημονική γνώση. Ο ανοιχτός και αναπτυσσόμενος χαρακτήρας της επιστημονικής γνώσης, όπως έδειξε ο Karl Popper στο μεγάλο του έργο Η λογική της επιστημονικής ανακάλυψης, βασίζεται στην εξής απλή αρχή: ότι οι επιστημονικές θεωρίες πρέπει να είναι διατυπωμένες με τέτοιον τρόπο ώστε η διάψευσή τους να είναι κατ' αρχήν δυνατή ­ και μόνο έτσι μπορούν να αντικατασταθούν από άλλες, νεότερες και ικανοποιητικότερες, ώσπου με τη σειρά τους και αυτές να αντικατασταθούν από άλλες. Ετσι αναπτύσσεται η γνώση.

Με άλλα λόγια η επιστημονική γνώση δεν είναι ένα τελειωμένο σύστημα ή μια εικόνα, ένας γεωγραφικός χάρτης της πραγματικότητας ή ένας καθρέφτης της. Μοιάζει μάλλον με έναν πυρσό που φωτίζει την πραγματικότητα. Πάντα αυξάνεται, αναθεωρείται, καταργείται, αναδημιουργείται, ακριβώς όπως γίνεται με την εξέλιξη των ειδών. Η ιστορικότητα της γνώσης μάς δείχνει τη συνεχιζόμενη διαδικασία πρόσκτησης γνώσης. Ποτέ δεν φθάνουμε στην απόκτηση μιας οριστικής ή ημι-οριστικοποιημένης μεθόδου συλλογής παρατηρήσεων για τη διαμόρφωση «ορθών» περιγραφικών προτάσεων για τον κόσμο. Το ζήτημα είναι αν αυτό το γνωσιακό καθεστώς μπορεί να ισχύσει σε μια κλειστή κοινωνία, δηλαδή σε μια παραδοσιακή κοινωνία φυλετικού τύπου ή σε μια σύγχρονη ολοκληρωτική κοινωνία. Εκεί ισχύει ένα καθεστώς «κατηχητικής» γνώσης, δηλαδή ενός δόγματος που προφυλάσσεται από τυχόν διάψευση.

Αυτό συμβαίνει διότι κύριο μέλημα αυτού του τύπου της κοινωνίας είναι η διατήρηση της ενότητας μέσα από ένα κοινό σύστημα πίστης που δεν υπόκειται σε διάψευση, στην ετυμηγορία του πειράματος ή στην κριτική συζήτηση. Στην ανοιχτή κοινωνία η κοινωνική συνοχή δεν έχει ανάγκη τέτοιας κατηχητικής γνώσης, αλλά αντίθετα εξασφαλίζεται μέσα από τους θεσμούς της ανοιχτής κοινωνίας, που εγγυώνται τον πλουραλισμό και τη δυνατότητα κριτικής, δηλαδή την προβολή εναλλακτικών θεωριών και εναλλακτικών λύσεων στα προβλήματα της κοινωνίας. Μόνο σε αυτές τις κοινωνίες οι πεποιθήσεις μπορούν να εξεταστούν κριτικά διότι ισχύει ένα καθεστώς γνωσιακής ουδετερότητας. Γι' αυτό και σε τέτοιες κοινωνίες η γνώση αναπτύσσεται και δεν είναι στατική, όπως συμβαίνει σε μια θεοκρατική ή φυλετική κοινωνία, ούτε γνωρίζει περιορισμούς και πολιτικές παρεμβάσεις, πράγμα που συμβαίνει στις ολοκληρωτικές κοινωνίες σύγχρονων δικτατορικών καθεστώτων.

Ολα αυτά σημαίνουν ότι σε μια ανοιχτή κοινωνία λειτουργεί υποχρεωτικά ένα ορισμένο πνευματικό ήθος, παγιωμένο σε μια παράδοση που αποτελεί το πνευματικό και κοινωνικό υπόβαθρο οποιουδήποτε θεσμικού πλαισίου της και που είναι το γνωστό και κλασικό πλαίσιο της σύγχρονης, φιλελεύθερης δημοκρατικής πολιτείας. Οταν αυτό λείπει ή υπολειτουργεί, το τελειότερο Σύνταγμα, η πιο άρτια νομική και συνταγματική θωράκιση ενός δημοκρατικού καθεστώτος, ακόμη και η πιο ενάρετη και φωτισμένη πολιτική ηγεσία δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική λειτουργία των θεσμών. Και αυτό συμβαίνει διότι υπολειτουργεί η ανοιχτή κοινωνία, που είναι ευρύτερη έννοια από τη δημοκρατία και συγχρόνως κοινωνική και πολιτιστική της προϋπόθεση.

Σε ανάλογα συμπεράσματα φθάνουμε αν η αναζήτησή μας ξεκινήσει αντίστροφα, δηλαδή από τις προϋποθέσεις της δημοκρατικής πολιτείας, που είναι η πολιτική έκφραση της ανοιχτής κοινωνίας: πάλι απαιτείται πριν απ' όλα η ελεγξιμότητα των αποφάσεων. Είναι γνωστό ότι η δημοκρατία συνυφαίνεται πριν απ' όλα με τη δυνατότητα ασκήσεως ελέγχου στην εξουσία. Η παλιά αντίληψη της δημοκρατίας τη συνέδεε με κάποια αδιόρατη «γενική θέληση», την οποία υποτίθεται ότι εκφράζει η πλειοψηφία. Αντίθετα, σύμφωνα με τη σύγχρονη αντίληψη, ο ρόλος του εκλογικού σώματος είναι να αναδείξει μια κυβέρνηση, δηλαδή μια ομάδα που θα ασκήσει εξουσία, η οποία θα προκύψει από τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε διάφορες πολιτικές ομάδες για την κατάκτηση της πλειοψηφίας, με την προϋπόθεση ότι τηρούνται ορισμένοι κανόνες τόσο στη διεξαγωγή αυτού του ανταγωνισμού όσο και κατά την άσκηση της εξουσίας.

Με δυο λόγια: το ίδιον της δημοκρατικής λειτουργίας σε οποιοδήποτε συγκροτημένο κοινωνικό σώμα είναι η ελεγξιμότητα των αποφάσεων και της εκτέλεσής τους ­ ελεγξιμότητα που διασφαλίζεται μέσα από τη λογοδοτική υποχρέωση που έχουν οι εκάστοτε κυβερνώντες στους κυβερνωμένους.

Η δημοκρατία όμως ως μορφή πολιτική οργάνωσης πρέπει να εδράζεται σε ένα ευρύτερο πολιτιστικό πλαίσιο, που της χρησιμεύει ως οικολογική εστία. Και αυτή είναι η ανοιχτή κοινωνία ­ η οποία δεν αφορά μόνο τους θεσμούς και τους κανόνες αλλά και τις παραδόσεις και τις νοοτροπίες. Διότι η λογοδοτικότητα ως θεσμική υποχρέωση σε μια δημοκρατία μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μόνο στον βαθμό που η κριτική και η ελεγξιμότητα ενυπάρχουν στην παράδοση και στον τρόπο σκέψης σε μια κοινωνία που τότε ονομάζεται ανοιχτή.

Στο σημείο αυτό πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας σε έναν παράγοντα που συχνά παραβλέπεται στην εκτίμηση του πολιτικού ρόλου του σύγχρονου πνευματικού ανθρώπου στον τόπο μας και που είναι το γνωσιακό ήθος του διανοουμένου. Ο σύγχρονος διανοούμενος ­ και κυρίως ο επιστήμων ­ λειτουργεί στον δημόσιο χώρο του πνεύματος. Αν σέβεται το κοινό του, θα πρέπει η δραστηριότητά του να είναι ανοιχτή και τα λεγόμενά του να είναι ελέγξιμα.

Απευθυνόμενος κατ' αρχήν στην κρίση του κοινού του, ο αυθεντικός διανοούμενος προσδοκά ότι η αποδοχή των λεγομένων του γίνεται έπειτα από κριτικό έλεγχο και όχι άνευ όρων, μέσα από κάποιο άλμα πίστης ή μέσα από τον ρητορικό εντυπωσιασμό που μπορεί να προκαλέσει ο λόγος του. Ο γνήσιος διανοούμενος απευθύνεται πάνω απ' όλα στη λογική ιδιότητα των συνανθρώπων του και βασίζεται στην κριτική τους δύναμη. Η ποιότητα του λόγου του δεν κρίνεται με βάση την τεχνική της συνθηματοποίησης ή την αποτελεσματικότητα των προπαγανδιστικών του πονηρευμάτων ή άλλων «μυστικών» της τεχνικής τής πειθούς, αλλά από τη δύναμη και το περιεχόμενο της επιχειρηματολογίας του και τη σαφήνεια της διατύπωσής της.


Με αυτή την έννοια υπόδειγμα διανοουμένου είναι ο Σωκράτης, ο οποίος αποδεικνύει το Πυθαγόρειο Θεώρημα σε έναν δούλο που δεν γνωρίζει ανάγνωση και γραφή, δείχνοντας ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, διότι είναι εξίσου προικισμένοι με λογική δυνατότητα, έστω και αν δεν είναι ίσοι σε ικανότητες. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι αυτό γίνεται ακριβώς για να δείξει ο Σωκράτης στον συνομιλητή του ότι δεν είναι τα ρητορικά τεχνάσματα των σοφιστών ή η ωραιολογία που πείθουν αλλά τα πραγματικά επιχειρήματα, εφόσον ο καθένας ­ καλλιεργημένος ή ακαλλιέργητος ­ έχει τη δυνατότητα να κρίνει με τον νου του (Πλάτωνος Μένων, 83-85). Ο γνήσιος διανοούμενος είναι εκείνος που επιχειρηματολογεί, που δίνει δηλαδή εξηγήσεις οι οποίες γίνονται αποδεκτές από το λογικό των συνανθρώπων του. Αυτό εννοεί ο Σωκράτης όταν αρνείται το φιλοφρόνημα του «γόητα» που του απευθύνει ο Μένων.

Με άλλα λόγια η λογοδοτικότητα που συνυφαίνεται με τη δημοκρατική πολιτεία αντανακλάται και στο γνωσιακό ήθος του πνευματικού ανθρώπου που λειτουργεί μέσα σε μια ανοιχτή κοινωνία, όπου ο χώρος του πνεύματος είναι δημόσιος και επομένως ελέγξιμος. Για να είναι οι θεωρίες του επιστήμονα ή του φιλοσόφου ελέγξιμες, για να μπορούν να λογοδοτούν αποτελεσματικά στον χώρο του πνεύματος, πρέπει να είναι διατυπωμένες με σαφήνεια και πρέπει οι ίδιοι οι διανοούμενοι να δέχονται τον κριτικό έλεγχο.

(Ειρήσθω εν παρόδω: Η υποβολή σε κριτική οποιουδήποτε πνευματικού έργου και η ώριμη αντιμετώπισή της από τον δημιουργό του είναι πάντα ένα καλό αντίδοτο στη νόσο της μεγαλομανίας, η οποία σοβεί στον κόσμο των διανοουμένων όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλο τον δυτικό κόσμο. Αυτό συνδέεται ίσως με το γεγονός ότι στις κλειστές κοινωνίες οι πνευματικοί άνθρωποι ήταν δεμένοι με την εξουσία. Η νοσταλγία της χαμένης κλειστής κοινωνίας είναι επομένως σύμφυτη με την επιθυμία για την εξουσία που νιώθει ο σύγχρονος homo ideologicus ως γνήσιος συνεχιστής των προκατόχων του, οι οποίοι είναι ο μάγος, ο προφήτης, ο αρχιερέας και ο αιρεσιάρχης.)


του Δ. Δημητράκου, καθηγητή Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 19 Μαρτίου 2000








Δημοσίευση σχολίου

  © Blogger template Simple n' Sweet by Ourblogtemplates.com 2009

Back to TOP