Οι απαξιωμένοι «πευκιάδες» και η προσφορά που παραβλέπεται...

>> Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Ακούω, διαβάζω απόψεις-κρίσεις αρνητικές, σχόλια απαξιωτικά, για τα «βασανισμένα» πεύκα των λόφων, των μικρών βουνών και των αλσών της χώρας μας, που φυτεύτηκαν για να' χει πράσινο ο τόπος ο στερημένος, ο αδύναμος, μα σήμερα γνωρίζουν την απαρέσκεια και την επίκριση των συγχρόνων (οι φυτεύσεις έγιναν ως επί το πλείστον με πεύκα των ειδών χαλεπίου ή τραχείας, αλλά και του κυπαρισσιού). Πληγώνομαι με τούτα γιατί συνειδητοποιώ ότι εκείνοι που τα λέγουν, πολύ αναλύουν -και …σοφά «επιστημονούν»-, μα λίγο εμβαθύνουν! Λέγουν ότι κακώς έγιναν τέτοιες φυτεύσεις, ότι κακώς ο τόπος αλλάχθηκε, ότι έγινε μιαν αντινομία, ότι συνετελέσθη ένα κακό στην ελληνική φύση.

Η λιγοστή γνώση τού ανθρώπου και το πολύ συναίσθημα, έκαμαν σε εκείνες τις «αθώες» εποχές, την όμορφη σκέψη, τ
η μεγάλη πράξη –του πρασινισμού του τόπου–, μιαν οικτρή συμβολή. Διότι, τι μας παρεδόθη; Περιβάλλον φτωχό, άχαρο, χωρίς ποικιλία, χωρίς πλούτο. Πεύκα απελπισμένα, ρυτιδωμένα, στεγνωμένα, κακόμορφα, σκιές!, που διαμορφώνουν μιαν εικόνα οίκτου, παρά πνοής. Το τοπίο αποτρέπει, δεν εξυψώνει, η πτωχεία κυριαρχεί. Εισέβαλε ο άνθρωπος, μετέβαλλε, ανέτρεψε φυσικές πορείες (ενδεχομένως και ισορροπίες), άλωσε τη φύση. Δημιούργησε περιβάλλοντα εύφλεκτα, επικίνδυνα.

Σε τούτα καταλήγουν, έχοντας ως γνώμονα την απόλυτη επιστημονική κρίση και την εντύπωση για το αισθητικό αποτέλεσμα, χωρίς όμ
ως να κοιτούν την ουσία της προσπάθειας, παραβλέποντας το ωραίο που παρήχθη και –όσο κι αν το αρνούνται- απολαμβάνεται! «Ποια η φύση της Μεσογείου;», λέγουν.

«Ποια του νησιού, ποια του λόφου, ποια της πόλης, όπου το πεύκο φυτεύτηκε;

Ναι, το πεύκο αρμόζει στην μεσογειακή Ελλάδα, όχι όμως ως κυρίαρχο, όχι εκεί όπου το δένδρο απουσιάζει, γιατί εκεί έχει λόγο
ο θάμνος, το ημίδενδρο, το φρύγανο. Και σε τελική ανάλυση, η γυμνή γη, ο βράχος, έχουν τη γοητεία τους, φτιάχνουν τα δικά τους ιδιαίτερα περιβάλλοντα. Γιατί να τα χαλάσουμε φυτεύοντας πεύκα; Και γιατί μόνον τα πεύκα; Τόσα άλλα όμορφα, της Ελλάδας φυτά έχουμε, που στο τοπικό περιβάλλον αρμόζουν. Αυτά γιατί τα ξεχνούμε;» Σεβαστά τα παραπάνω, και ορθά αν τα δούμε με την πραγματιστική λογική, με τη λογική της ανάλυσης και του επιστημονισμού.

Όμως, ας σκεφτούμε κάπως διαφορετικά. Ας σταθούμε στην ανάγκη τού τοτινού ανθρώπου. Του ανθρώπου που φύτεψε το άγριο δενδρί γιατί το είχε στερηθεί, αφού πριν το κατέστρεψε (… από ανάγκη) και δεν το απόλαυσε. Ήθελε ένα νέο κόσμο, μια νέα ζωή, ήθελε τη σκιά της φύσης πάνω του, αυτήν που μοιραία –λόγω της σκλαβιάς του στον Τούρκο- δεν απόλαυσε. Στο πεύκο στάθηκε, γιατί ήταν δένδρο
οικείο, ήταν –κατά το μάλλον ή ήττον– δένδρο του περίγυρού του. Ήταν το δένδρο που ο ίδιος κάποτε έριξε με το τσεκούρι του για να ζεσταθεί με το ξύλο του, για να φτιάξει το σπίτι του, για να σπείρει στη γη του ή να την κάμει βοσκοτόπι του.

Είχε μιαν υποχρέωση συνεπώς, που έπρεπε να εκπληρώσει, απέναντι στην ελληνική φύση. Είχε –κατά μία έννοια– απο
στολή. Ήξερε ότι ο βράχος, η γυμνή κι υποβαθμισμένη γη, προέκυψαν ως απόρροια των ενεργειών του, κι έπρεπε, στο μέτρο του δυνατού, να επαναφέρει, να περισώσει, ν’ αναβαθμίσει. Το πεύκο επιλέχθηκε σαν η πιο δυνατή λύση, σύμφωνα με τα μέσα και τις δυνατότητες της εποχής, για να επιτελέσει τον παραπάνω σκοπό. Γνώριζε (ο άνθρωπος εκείνος) ότι το πεύκο θα σταθεί στον τόπο τον στερημένο, δε θα τον απορρίψει. Γνώριζε τις δυνατότητές του, τις αντοχές του, το «πείσμα του».

Δεν είχε σκέψη δεύτερη για κάτι άλλο. η σοφία του η λαϊκή, η γνώση του για τον κόσμο της υπαίθρου, η εμπειρική κρίση του, τον ώθησε στην επιλογή αυτή –και δεν το μετάνιωσε, αφού έφτιαξε φύση εκεί οπού το χθαμαλό, το τραχύ, το άγονο κι άστοργο τον απέτρεπαν.
Είχε υποχρέωση ν’ αποκαταστήσει, να δημιουργήσει, να φτιάξει, είχε υποχρέωση μετά την υποβάθμιση. Κάτι πρωτογενές, πηγαίο, τον ωθούσε στην πράξη αυτή. Έβλεπε την προσπάθειά του ως αναγέννηση, μετά τη στασιμότητα και το σκοταδισμό αιώνων.

Ήθελε νέους κόσμους, νέα τοπία, νέα περιβάλλοντα: αναβαθμισμένα, αναγεννημένα. Εκείνοι οι φυτευτές, είχαν όραμα: ήθελαν την προαγωγή, επεδίωκαν την προοπτική, που θα πραγματωνόταν μέσα από την αναγέννηση της ελληνικής φύσης Στο πλαίσιο αυτό, το πεύκο αποτέλεσε το εργαλείο τής μεταλλαγής (φυσικά, αναφερόμαστε στις περιοχές της χώρας που προσδιορίζονται από την μεσογειακή βλάστηση, οι οποίες καταλαμβάνουν περίπου το 40% της έκτασής της –πρακτικά, φτάνουν έως εκεί όπου εξαπλώνεται η ελιά).


Φυτευτές ήταν όλοι τότε, κανείς δεν έμενε αδιάφορος στη μεγαλειώδη προσπάθεια, κανείς απαθής.

Οι δασολόγοι μάλιστα, που πρωτοστάτησαν και συνέβαλαν στις αναδασώσεις εκείνες, αξίζουν ειδική αναφορά. Αυτοί, περιβεβλημένοι με μιαν ιδιαίτερη ευαισθησία, απομεμακρυσμένοι από τους συλλογισμούς των τεχνοκρατών και θεριεμένοι από την ορμή της δημιουργίας, είδαν τον κόσμο της ελληνικής φύσης διαφορετικά: είδαν τη λιτή, απέριττη κι ευωδιαστή ελληνική φύση –του πεύκου, του κυπαρισσιού, της ελιάς, της δάφνης, του θυμαριού κ.ά.–, να στολίζει την Ελλάδα, χωρίς να τη «γεμίζει» –όπως συνέβαινε στη Μεσευρώπη και τη Βόρεια Ευρώπη, με τα κλειστά κι ανήλιαγα φυσικά περιβάλλοντά της.


Είδαν στο λιτό, κομψό, απλό πράσινο, την ποιοτική κι αισθητική αναβάθμιση της χώρας. Είδαν ακόμη σε αυτό, τη σωτηρία της, αφού αντέταξαν τη θαλερότητα στη ξηρότητά της και δημιούργησαν άμυνες. Οχύρωσαν το βουνό, το λόφο, την πόλη, για ν’ αλλάξουν τη μοίρα του τόπου, για να γιατρέψουν, να παιδεύσουν, να κατευθύνουν. Χάρη στις προσπάθειές τους, η βασανισμένη ελληνική φύση προστατεύτηκε –στο μέτρο του δυνατού– από τους άφρονες και κακούς Έλληνες, αναδείχθηκε, αναγεννήθηκε (γι’ αυτούς τούς επιστήμονες φυτευτές, είχα προτείνει κάποτε να τούς στηθεί ένα μνημείο, ως φόρος τιμής για την τεράστια προσφορά τους στην αναγέννηση του φυσικού περιβάλλοντος στη σύγχρονη Ελλάδα).

Οι φυτευτές εκείνοι έφτιαξαν πίλους πρασίνου πάνω από (σχεδόν) κάθε ελληνική πόλη, από κωμόπολη και χωριό, που βρισκόταν σε λόφο ή πλαγιά, έφτιαξαν δάση περιαστικά, άλση μέσα στις ξηρές ελληνικές πόλεις, που αποτέλεσαν οάσεις–καταφύγια ζωής για τους κατοίκους τους. Περιέβαλαν ξωκκλήσια με «σεμνή» βλάστηση, έφτιαξαν δάση σε βράχους, σε γυμνά κι υποβαθμισμένα –λόγω της υπερβόσκησης– εδάφη.

Τα περιβάλλοντα αυτά, λειτούργησαν από ένα σημείο και πέρα ως φυσικά, διαμορφώνοντας οικοσυστήματα με οικολογική αξία, αλλά και με κοινωνική προσφορά (σήμερα για παράδειγμα, το πευκοδάσος του Λυκαβηττού, μετά από 100 περίπου χρόνια ζωής, σε συνδυασμό με τον φρυγανότοπο στον οποίον φυτεύτηκε, έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός φυσικού οικοσυστήματος, στο κέντρο μάλιστα της ελληνικής πρωτεύουσας, οπού φιλοξενούνται περισσότερα από 100 είδη αυτοφυών φυτών!)

Βελτίωσαν το μικροκλίμα περιοχών, συνέτειναν στη διατήρηση της τοπικής χλωρίδας, ενσωματώνοντάς την στο νέο που δημιουργήθηκε, κι επανέφεραν την ξεχασμένη πανίδα. Μεγάλη η προσφορά τους, πολύ το καλό τους…
Ας αναλογιστούμε τούτο: το εν λόγω πράσινο είναι που κατά 80% συνιστά το πράσινο της Αθήνας σήμερα κι απολαμβάνεται από τους κατοίκους της –αλήθεια, θα θέλαμε τους λόφους του Λυκαβηττού, του Φιλοπάππου, του Στρέφη κ.ά. γυμνούς; (οποία καταδίκη για την Αθήνα…)

Είναι αυτό που στήριξε πόλεις και τις κράτησε όρθιες με το περιαστικό του τοίχος, από πλημμυρισμούς και κατολισθήσεις. Είναι αυτό που «ζωντάνεψε» τα γύρω από τις πόλεις εδάφη, που κάλυψε με το αχνό πέπλο του τη στέρηση και δημιούργησε θαλερότητα, εκεί που η απελπισιά έκανε κάθε προσπάθεια να φαίνεται απατηλή.

Είναι αυτό που δέσμευσε δημόσια εδάφη και τα διασφάλισε (ως ένα βαθμό) από τον καταπατητή, από τον ολετήρα, από τον κακό Έλληνα.
Έβλαψε δηλαδή το πεύκο πα στο βράχο της Ακρόπολης, στο βράχο της Ακροναυπλίας, στο κάστρο της Ναυπάκτου; Είμαστε βέβαιοι πως όχι. Το πεύκο στόλισε το μνημείο, εντάχθηκε αρμονικά στο ιστορικό περιβάλλον, συνταιριάστηκε με τον περίγυρο, αναβάθμισε το φυσικό περιβάλλον, ανέδειξε το τοπίο. Γιατί λοιπόν η επίκρισή του; Στους «πευκώνες», όπως θα έπρεπε να τους αποκαλούσαμε, αν δεν τους σαρκάζαμε, οφείλουμε…

Ας μην αβίαστα τούς επικρίνουμε, ας μην τους απαξιώνουμε, ας μην τους υποβαθμίζουμε στη συνείδησή μας, καθιστώντας τους έρμα που θα πρέπει ν’ αποβληθεί. Πρόσφεραν και προσφέρουν, είναι μέρος της ζωής και της ιστορίας μας, είναι η δημιουργία που καθαγιάσθηκε στην ψυχή του Έλληνα, ο οποίος, αλί!, σήμερα μνημοκτονεί και τραγικά λειτουργεί.


Έτσι θα πρέπει να ιδούμε τους πευκώνες της χώρας μας, τις δημιουργίες του Έλληνα: με τα μάτια της ψυχής…

του Αντώνη Β. Καπετάνιου
Δασολόγου-Περιβαλλοντολόγου

Περισσοτερα: www.ecocrete.gr

Δημοσίευση σχολίου

  © Blogger template Simple n' Sweet by Ourblogtemplates.com 2009

Back to TOP